Των Σοφίας Δημητρού, Χριστίνας Μοσχάκη, Νουρ Μπαγδατλή, Κορίνας Παπάζογλου, Αγγελίνας Παπαλαζάρου, Φρειδερίκης Πουπουζή, Πέτρου Χαμαλίδη, Κωνσταντίνας
Ψιλλάκη.
Μεγάλη ήταν η χαρά μας όταν φιλοξενήσαμε στο σχολείο μας, το 3ο Πειραματικό ΓΕΛ Κομοτηνής, τον συγγραφέα Δημήτρη Στεφανάκη, σε μια ξεχωριστή συνάντηση με τον Όμιλο Φιλαναγνωσίας. Αφορμή για τη συζήτηση στάθηκε το μυθιστόρημά του Πάντα η Αλεξάνδρεια, το οποίο είχαμε διαβάσει με μεγάλο ενδιαφέρον.Το Πάντα η Αλεξάνδρεια είναι ένα μυθιστόρημα που συνεχίζει την αφήγηση από τις Μέρες Αλεξάνδρειας, μεταφέροντάς μας σε έναν κόσμο γεμάτο ιστορία, μνήμη, έρωτα και απώλεια.
Πρωταγωνίστρια αυτή τη φορά είναι η Δάφνη Χάραμη, ένα κορίτσι που γνωρίσαμε ως παιδί και τώρα τη βλέπουμε να μεγαλώνει και να χαράζει τον δικό της δρόμο μέσα σε έναν ταραγμένο κόσμο. Διαβάζοντας το βιβλίο, νιώσαμε σαν να περπατάμε κι εμείς στους δρόμους της Αλεξάνδρειας, να καθόμαστε στα καφέ της, να ακούμε τις φωνές των ηρώων και να αναρωτιόμαστε μαζί τους για τη μοίρα και τις ανατροπές της.
Η παρουσία του Δημήτρη Στεφανάκη μας ενθουσίασε. Ο λόγος του ήταν χειμαρρώδης, γεμάτος πάθος και ενέργεια. Με ειλικρίνεια και αμεσότητα μάς μετέδωσε τη βαθιά του αγάπη για τη λογοτεχνία. Μας μίλησε όχι μόνο για τους ήρωες του βιβλίου του και την Αλεξάνδρεια, αλλά και για την ανάγκη του ανθρώπου να διηγείται ιστορίες, να αντιστέκεται στην Ιστορία και να δίνει νόημα στη ζωή μέσα από τις λέξεις. Η συζήτηση ήταν ουσιαστική, γεμάτη απορίες, προβληματισμούς και χαμόγελα.
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Δημήτρης Στεφανάκης γεννήθηκε στην Αθήνα και σπούδασε Νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Είναι πολυβραβευμένος συγγραφέας και μεταφραστής, με έργα που έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες και έχουν διακριθεί στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Το μυθιστόρημά του Μέρες Αλεξάνδρειας απέσπασε το Prix Méditerranée Étranger το 2011 στη Γαλλία. Με έντονη αγάπη για τη γαλλική λογοτεχνία και βαθιά γνώση της παγκόσμιας λογοτεχνικής παράδοσης, ο Στεφανάκης εξερευνά στα έργα του τις σχέσεις Ιστορίας και μνήμης, ανθρώπων και τόπων, δημιουργώντας πολυπρόσωπες και ατμοσφαιρικές αφηγήσεις.
Έχετε γράψει δύο βιβλία που διαδραματίζονται στην Αλεξάνδρεια. Έχετε κάποια σχέση με την πόλη;
Δεν έχω καμία προσωπική σχέση με την Αλεξάνδρεια. Η ιδέα γεννήθηκε όταν μετέφρασα το βιβλίο του διάσημου φωτογράφου, συγγραφέα και ερευνητή Michael Haag. Στο έργο του Αλεξάνδρεια, η πόλη της μνήμης κάνει ένα φιλολογικό, κοινωνικό και πολιτικό πορτρέτο της πόλης. Το βιβλίο κινείται ανάμεσα στο ρεπορτάζ και το δοκίμιο και αναδεικνύει την Αλεξάνδρεια με τρόπο μοναδικό. Μου άρεσε αυτό το περιβάλλον. Εκείνη την περίοδο έψαχνα ένα λευκό φόντο για να ξεκινήσω ένα μυθιστόρημα. Η Αλεξάνδρεια αποδείχθηκε ιδανική πόλη για αυτό που είχα στο μυαλό μου.
Αφού δεν είχατε σχέση με την Αλεξάνδρεια, από πού αντλήσατε τις απαραίτητες πληροφορίες για να γράψετε το βιβλίο;
Πρέπει να κάνεις προσεκτική έρευνα. Δεν είναι το πιο δύσκολο πράγμα στον κόσμο, αλλά απαιτεί δουλειά. Πρώτα, πρέπει να γνωρίζεις από πού θα αντλήσεις τα στοιχεία σου. Να διαβάσεις, να δεις ταινίες, να ακούσεις μαρτυρίες, να ταξιδέψεις. Αφού κατέληξα στην πλοκή και τους χαρακτήρες, άρχισα να αναζητώ στοιχεία που θα με βοηθούσαν να δημιουργήσω μια πειστική ατμόσφαιρα: τους ανθρώπους, τα φαγητά, τα ρούχα, την τοπογραφία της πόλης, την καθημερινότητα της εποχής. Και φυσικά, είναι απαραίτητο να γνωρίζεις με ακρίβεια το ιστορικό πλαίσιο.
Από πού εμπνευστήκατε τους χαρακτήρες στο «Πάντα η Αλεξάνδρεια»;
Πέρυσι, στις αρχές του 2024, συμφώνησα με τον εκδότη μου να προχωρήσουμε στην τρίτη έκδοση του βιβλίου μου Μέρες Αλεξάνδρειας. Μου πρότεινε να προσθέσω κάτι που θα διαφοροποιούσε αυτή την έκδοση και θα την εμπλούτιζε. Έτσι, σκέφτηκα να γράψω ένα νέο κεφάλαιο, πηγαίνοντας την ιστορία λίγο παρακάτω. Η Δάφνη, στο τέλος του πρώτου βιβλίου, είναι ακόμη ένα κοριτσάκι, προστατευμένο από τον πατέρα της, χωρίς να έχει αποκαλύψει πλήρως τον χαρακτήρα της. Δεν της είχα δώσει τότε μεγάλη σημασία. Ξαφνικά, όμως, «βγήκε» από το συγγραφικό μου ασυνείδητο ως ένας ολοκληρωμένος χαρακτήρας. Από εκεί και πέρα άρχισα να χτίζω τους ήρωες που θα την πλαισίωναν. Έτσι, χαρακτήρες που είχαν μικρό ρόλο στις Μέρες Αλεξάνδρειας, όπως η οικογένεια Ζακό, τώρα παίρνουν το αίμα τους πίσω και γίνονται πρωταγωνιστές.
Ο Κωστής Χάραμης, ένας από τους χαρακτήρες του βιβλίου, βασίζεται σε κάποιο πραγματικό πρόσωπο; Θυμίζει έντονα τον Νέστωρα Τσανακλή, τον καπνοβιομήχανο από την Κομοτηνή.
Μελέτησα τον Τσανακλή διεξοδικά, γιατί πίστεψα ότι πάνω στον χαρακτήρα του θα μπορούσα να στηρίξω έναν δικό μου. Περισσότερα, όμως, στοιχεία του Τσανακλή βρίσκονται στον Αντώνη Χάραμη, τον πατέρα του Κωστή, τον πατριάρχη της οικογένειας. Η πορεία του είναι παρόμοια: έρχεται φτωχός στην Αίγυπτο, μαζεύει γόπες από τον δρόμο και τελικά χτίζει μια περιουσία. Είχα επισκεφθεί στο Κάιρο το σημείο όπου ο Τσανακλής είχε το εργοστάσιό του. Είδα φωτογραφίες και όλο αυτό το μετέφερα στο βιβλίο, το περιέγραψα μέσα από την Αλεξάνδρεια της μυθοπλασίας.
Ο τίτλος του βιβλίου σας είναι Πάντα η Αλεξάνδρεια. Υπάρχει κάποιο κρυφό μήνυμα πίσω από αυτόν;
Δεν μου αρέσει να δίνω μηνύματα. Ο τίτλος, ωστόσο, είναι κάτι που πάντα με προβληματίζει. Οι ζωγράφοι και οι ποιητές βρίσκουν υπέροχους τίτλους, ενώ για τους πεζογράφους είναι πιο δύσκολο. Ο μεγάλος όγκος λέξεων που διαχειριζόμαστε μάς κάνει να χάνουμε το δέντρο και να βλέπουμε το δάσος. Ο τίτλος είναι σαν να επιλέγεις εκείνο το ένα δέντρο που θα κοσμήσει το βιβλίο. Τελικά, όμως, ο τίτλος δεν έχει τόση σημασία. Σπουδαία βιβλία συχνά έχουν τετριμμένους τίτλους. Σημασία έχει τι λέει μέσα το βιβλίο. Ένας ευφάνταστος τίτλος δεν σώζει ένα κακό κείμενο.
Για τον Καβάφη, η Αλεξάνδρεια είναι σύμβολο. Για εσάς τι σημαίνει;
Ο Καβάφης δημιούργησε τη δική του Αλεξάνδρεια και όλοι «πατήσαμε» πάνω σε αυτό. Αφού εκείνος επινόησε τη δική του πόλη, εμείς, όπως εγώ ή ο Τσίρκας, θεωρήσαμε ότι μπορούμε να κάνουμε το ίδιο: να δημιουργήσουμε τις δικές μας Αλεξάνδρειες. Πρόκειται για επινοημένες πόλεις, που δεν ταυτίζονται με την πραγματική Αλεξάνδρεια. Η διαφορά, όμως, είναι ότι στον Καβάφη η δράση εκτυλίσσεται κυρίως σε κλειστούς χώρους· προσφέρει επεισόδια δωματίου. Εγώ βγαίνω έξω, στα καφέ, στους δρόμους, στη θάλασσα, μιλάω με ανθρώπους. Αν ο Καβάφης κάνει μουσική δωματίου, εγώ γράφω κάτι πιο συμφωνικό, πιο ευρύ.
Στο βιβλίο σας λέτε πως “Tα βάλαμε με την ιστορία και μας βγήκε σε καλό”. Τι σημαίνει αυτή η φράση;
Η ιστορία είναι δύσκολο να ξεπεραστεί. Μπορεί να κάνουμε σχέδια κι εκείνη να μας τα ανατρέπει. Σκεφτείτε μόνο πόσα σχέδια ανατράπηκαν εξαιτίας του κορονοϊού, μιας ιστορικής συνθήκης. Ο άνθρωπος πρέπει να αντιστέκεται στην ιστορία και να μην τα παρατάει. Αν δεν είχε υπάρξει αντίσταση στη ναζιστική Γερμανία, ποια θα ήταν η έκβαση; Αλίμονο, αν
αφήνουμε την ιστορία να μας πάει όπου θέλει αυτή! Ο άνθρωπος οφείλει να τα βάζει με την ιστορία, ακόμη κι αν του βγει σε κακό. Στην ιστορία δεν κερδίζεις πάντα, αλλά με κάποιον τρόπο τη νικάς. Παράδειγμα, ο Τσε Γκεβάρα ή ο Λεωνίδας, δύο διάσημοι ηττημένοι, που όμως έγιναν σύμβολα.
Έχετε γράψει το δοκίμιο Η λογοτεχνία σου αλλάζει τη ζωή. Πώς επηρεάζει η λογοτεχνία τους νέους ανθρώπους;
Η λογοτεχνία δεν σε αλλάζει απαραίτητα ούτε σε κάνει καλύτερο άνθρωπο, αλλά σε κάνει πιο προσεκτικό, πιο διακριτικό, σου δίνει φινέτσα. Σε βοηθά να εκφράσεις τον έρωτά σου ή να καταλάβεις τις γυναίκες κάνει πλάσματα πιο τέλεια. Η λογοτεχνία μπορεί να σε βοηθήσει να αποκτήσεις γενική παιδεία και έναν πιο ευαίσθητο τρόπο να βλέπεις τη ζωή.
Στο βιβλίο λέτε πως η λογοτεχνία είναι τσαρλατανισμός. Δεν έρχεται αυτό σε αντίθεση με όσα μόλις είπατε;
Η φράση αυτή έρχεται από τον Έρνεστο Σάμπατο. Ήταν σπουδαίος συγγραφέας, που ξεκίνησε ως φυσικός και μάλιστα διέπρεψε στην επιστήμη του. Όταν παράτησε την φυσική για να στραφεί στη λογοτεχνία, του είπαν οι συνάδελφοί του: «Μα καλά, αφήνεις την επιστήμη για τον τσαρλατανισμό;». Δεν πιστεύω ότι η λογοτεχνία είναι τσαρλατανισμός,
αλλά είναι καλό να αυτοαναιρείσαι, να υπάρχει αντίλογος. Η λογοτεχνία αποτυπώνει την πραγματικότητα, και στην πραγματικότητα υπάρχει και το χιούμορ, το πείραγμα.
Η αφήγηση στα δύο πρώτα μέρη γίνεται από τη μεριά της Δάφνης σε τρίτο πρόσωπο, ενώ στο τρίτο μέρος από τη μεριά του Γιώργου Σιφναίου, σε πρώτο πρόσωπο. Πώς αποφασίσατε αυτή την αλλαγή;
Με αυτόν τον τρόπο κέρδισα κάποιες σελίδες. Άφησα ανοιχτό αν η Δάφνη και ο Φιλίπ θα κατάφερναν να διαφύγουν από την Αλεξάνδρεια και να φτάσουν στη Μασσαλία. Μετά η δράση μεταφέρεται εκεί, σε καινούριο σκηνικό, με άλλον αφηγητή. Έτσι, δεν χρειάστηκε να περιγράψω πώς έφυγαν από την Αλεξάνδρεια. Η Μασσαλία είναι μια νέα συνθήκη, και απαιτεί έναν νέο αφηγητή.
Η σχέση μητέρας-κόρης στο βιβλίο είναι δύσκολη. Η Δάφνη συγχώρησε τη Χάικε; Κατάλαβε γιατί η Χάικε έφυγε;
Πραγματικά, δεν ξέρω ούτε κι εγώ! Τι λέτε εσείς; Κάποιοι ήρωες αυτονομούνται τόσο πολύ που είναι σαν να τους έχεις απέναντί σου. Αυτό δεν είναι αδυναμία του συγγραφέα. Ίσα-ίσα, πρέπει να αφήνουμε χώρο στους ήρωες και στους αναγνώστες να υποψιαστούν και να φανταστούν τι συμβαίνει. Χαίρομαι που η συζήτηση έχει φτάσει σε αυτό το σημείο, ώστε ο καθένας από σας να εκφράζει την άποψη του για την τύχη των ηρώων.
Πιστεύετε πως η εγκατάλειψη της Δάφνης από τη μητέρα της έπαιξε σημαντικό ρόλο στη ζωή της;
Νομίζω πως ναι. Αλλά το καταλαβαίνει καλύτερα η γυναίκα μου, η οποία μου έλεγε ότι έπρεπε να συζητήσω περισσότερο αυτή τη σχέση με τους αναγνώστες μου. Μου έλεγε ότι ως αναγνώστης ένιωθε ένα κενό και ήθελε να μάθει τι έκανε η Χάικε όλα αυτά τα χρόνια. Την Χάικε δεν την είχα παρουσιάσει αρκετά. Ήταν μια γυναίκα που απλώς εξαφανίζεται. Η σκηνή στο τέλος, όπου την βλέπει ο Σιφναίος, είναι μια προσπάθεια να δώσω συγκίνηση και αλλά και εξήγηση, χωρίς όμως να γίνομαι μελοδραματικός.
Έχει συμβεί στη ζωή σας κάποια ανατροπή που άλλαξε τον τρόπο γραφής σας;
Πολλές. Κάποιες δεν μπορώ να σας τις πω. Η ζωή είναι μικρή, αλλά είναι και μεγάλη. Ο Καμύ γράφει στον Ξένο ότι ένας άνθρωπος μπορεί με τις αναμνήσεις μιας μέρας να ζήσει 20 χρόνια στη φυλακή. Η ζωή είναι πλούσια και με μία ανατροπή, αλλάζουν όλα. Ο άνθρωπος δεν σταματά να κάνει λάθη. Ένας καλός συγγραφέας αυτό ακριβώς αποτυπώνει, την ανθρώπινη κατάσταση.
Στο βιβλίο αναφέρετε: “Τους αγαπημένους σου πρέπει να τους προσέχεις, όπως ο συγγραφέας τους αναγνώστες, να τους δίνεις μια ιδέα για το τι θα γίνει”. Εσείς πώς το εννοείτε αυτό;
Είναι αυτό που οι φιλόλογοι λένε προοικονομία. Δεν μπορεί οι εξελίξεις να έρχονται από το πουθενά. Ο Τσέχωφ έλεγε: «Αν υπάρχει ένα όπλο στον τοίχο, πρέπει κάποια στιγμή να πυροβολήσει». Δηλαδή, η ζωή έχει μια εσωτερική λογική, έστω κι αν φαίνεται άναρχη. Τα στοιχεία που φαίνονται άσχετα μεταξύ τους συνδέονται και συγκλίνουν σε ένα γεγονός. Ο συγγραφέας πρέπει να παρατηρεί κάθε στιγμή την πλοκή του και να προετοιμάζει τον αναγνώστη, όχι απότομα αλλά ομαλά για αυτό που θα συμβεί.
Περιμέναμε πως μια γυναίκα θα είχε λιγότερη ελευθερία από τη Δάφνη εκείνη την εποχή. Οφείλεται αυτό στην κοινωνική της θέση ή στο κλίμα της Αλεξάνδρειας;
Υπάρχουν δύο στοιχεία. Πρώτον, όταν γράφεις το 2025, ακόμη και αν μιλάς για το 1920, οφείλεις οι ήρωές σου να έχουν ένα μοντέρνο στίγμα. Ορισμένα στοιχεία πρέπει να θυμίζουν το σήμερα. Δεύτερον, η Αλεξάνδρεια του βιβλίου μου είχε μια ελευθεριότητα, κάποιες φορές και μια νοσηρότητα. Σε κάθε εποχή, όμως, είναι φυσιολογικό δύο νέοι να ερωτεύονται, όπως η Δάφνη και ο Φιλίπ.
Γνωρίζετε από την αρχή της συγγραφής την πλοκή και το τέλος ή τα διαμορφώνετε στην πορεία;
Δεν με ενδιαφέρει ιδιαίτερα το τέλος. Δε διαβάζεις ένα βιβλίο μόνο για την αγωνία του τέλους. Το διαβάζεις για τη γλώσσα, την αφήγηση, τους χαρακτήρες. Το διαβάζεις γιατί έχει ενδιαφέρον. Άλλωστε, πιστεύω στα ανοιχτά μυθιστορήματα, όπου κάθε τέλος είναι και μια αρχή.
Ποιος είναι ο αγαπημένος σας χαρακτήρας στο Πάντα η Αλεξάνδρεια;
Η Δάφνη είναι πολύ αγαπημένη. Και ο Γιώργος Σιφναίος, γιατί βοήθησε αποφασιστικά την αφήγηση. Μου αρέσει και η οικογένεια Ζακό, λόγω της σχέσης τους με την τέχνη και τη ζωγραφική.
Θα χρησιμοποιούσατε ποτέ την τεχνητή νοημοσύνη για να γράψετε κάποιο έργο σας;
Όχι, και είμαι απόλυτος σε αυτό! Δεν μπορεί να με βοηθήσει. Θα μπορούσα να τη χρησιμοποιήσω μόνο ως εργαλείο έρευνας, αλλά όχι για τη γραφή. Η τεχνητή νοημοσύνη θυμίζει τους ghost writers, ayto;yw Η τέχνη όμως σε ξαφνιάζει. Ο καλλιτέχνης δημιουργεί ιδέες που δεν έχει σκεφτεί κανείς άλλος. Η τεχνητή νοημοσύνη δεν μπορεί να το κάνει αυτό. Είναι αφελές να πιστεύουμε ότι μπορεί να υποκαταστήσει την τέχνη.
Θα θέλαμε να ευχαριστήσουμε θερμά τον Δημήτρη Στεφανάκη για την παρουσία του στο σχολείο μας, για τον χρόνο, τον λόγο και τη γενναιοδωρία του. Η συζήτηση μαζί του μάς άνοιξε ορίζοντες και μας ενέπνευσε να δούμε τη λογοτεχνία όχι ως κάτι απόμακρο ή σχολικό, αλλά ως ζωντανή εμπειρία.
No comments:
Post a Comment