Των Βάσια Ευτυχιάκου, Γιώργου Κίσσα, Νουρ Μπαγδατλή, Θεοδοσία Τσουλφά, Πέτρου Χαμαλίδη, Κωνσταντίνου Χαριτίδη, Κωνσταντίνα Ψιλλάκη
Η Λέσχη Φιλαναγνωσίας του 3ου Πειραματικού ΓΕΛ είχε τη χαρά να συνομιλήσει με τον Άρη Αλεξανδρή, συγγραφέα του μυθιστορήματος «Πώς ο Ιγνάτιος Καραθοδωρής έχασε τα πάντα». Ένα βιβλίο που αγαπήθηκε από τους μαθητές, τους διασκέδασε, τους προβλημάτισε, τους έκανε να γελάσουν και να θυμώσουν, ιδιαίτερα με τον Ιγνάτιο, τον πολύ ανθρώπινο πρωταγωνιστή του.
Η συζήτηση μαζί του ήταν άμεση, ειλικρινής και χιουμοριστική. Ο συγγραφέας απάντησε στις απορίες μας, μοιράστηκε ιστορίες από τη φοιτητική του ζωή στην Κομοτηνή και μίλησε για το πώς γράφει, τι τον εμπνέει και πώς βλέπει τη λογοτεχνία. Και φυσικά απάντησε στο ερώτημα αν ο «Γλυκούλης» είναι το γνωστό Goloso στην Κομοτηνή! Το αποτέλεσμα; Μια συζήτηση που απολαύσαμε όσο και το ίδιο το βιβλίο.
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Άρης Αλεξανδρής γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Σπούδασε Νομική στην Κομοτηνή, αλλά από νωρίς είχε καταλάβει ότι η δικηγορία δεν ήταν το δικό του μονοπάτι. Εργάστηκε ως κειμενογράφος στον χώρο της διαφήμισης και πλέον είναι αρθρογράφος στην εφημερίδα Καθημερινή. Η συγγραφή ήταν πάντα παρούσα στη ζωή του. Το πρώτο του βιβλίο, Πώς ο Ιγνάτιος Καραθοδωρής έχασε τα πάντα, σημείωσε μεγάλη επιτυχία, ενώ ακολούθησετο Τρία επί ψυχής, και ήδη εργάζεται πάνω σε νέο έργο του.
Από την Κομοτηνή στο βιβλίο: βιώματα και χαρακτήρες
Ποιες αναμνήσεις κρατήσατε από την διαμονή σας στην Κομοτηνή;
Για να είμαι ειλικρινής, όταν ήρθα στην Κομοτηνή το 2008 δεν πέρασα και φανταστικά. Οι πρώτες μου εντυπώσεις ήταν ζοφερές. Η πόλη μού φάνηκε κλειστή, λιγότερο ανοιχτή από ό,τι είχα συνηθίσει στην Αθήνα. Το αίσθημα ήταν κλειστοφοβικό. Δεν υπήρχε εύκολη επαφή με τον ντόπιο πληθυσμό. Ένα πνεύμα μυστηρίου περιέβαλλε την πόλη, την οποία ποτέ δεν κατάλαβα πλήρως πώς λειτουργεί, ποιος είναι ο παλμός της.
Δηλαδή η μετάβαση από την Αθήνα σας φάνηκε δύσκολη;
Σίγουρα ήταν μια περίεργη μετάβαση, για την οποία, ίσως, δεν ήμουν εξοπλισμένος τότε. Ήμουν 17. Ίσως να υπερέβαλα, όμως η διαφορά ήταν έντονη. Στην Αθήνα είσαι ανώνυμος, μπορείς να κυκλοφορείς και να είσαι όπως θες. Εδώ, σε γνωρίζουν όλοι. Η ιδιωτικότητα και οι προοπτικές κοινωνικής ζωής δυσχεραίνουν. Βέβαια, τα περισσότερα παιδιά από την Αθήνα περνούν φανταστικά στην Κομοτηνή. Για πολλούς είναι μια ευκαιρία ανεξαρτησίας, βιώνουν μια ελευθερία που δεν είχαν στον οικογενειακό τους περίγυρο. Η διασκέδαση είχε έντονο χαρακτήρα: κάθε μέρα και μια έξοδος, μπουζούκια, ξενύχτια. Για κάποιους αυτή είναι η ιδανική φοιτητική ζωή. Όχι, όμως, για όλους. Τελικά, έχει να κάνει με το τι ψάχνει ο καθένας.
Οι χαρακτήρες στα βιβλία σας βασίζονται σε αληθινά πρόσωπα;
Είναι εμπνευσμένοι, χωρίς όμως να υπάρχουν αυτά τα άτομα. Πολλές φορές αντλώ χαρακτηριστικά από πρόσωπα που γνώρισα ή φαντάστηκα. Για παράδειγμα, το όνομα Κορνηλία προέκυψε από ένα τέχνασμα που είχα κάνει με μια συμφοιτήτριά μου με την οποία φτιάξαμε ψεύτικες κάρτες μέλους στο Cosmopolis. Η λεπτομέρεια αυτή έγινε αφετηρία για έναν ολόκληρο χαρακτήρα. Άλλοι ήρωες, όπως ο κύριος Μαρκέζε ή ο κύριος Γόπας, είναι εμπνευσμένοι από τον επαγγελματικό μου χώρο.
Στο βιβλίο σας υπάρχει ένας εκδότης, ο κ. Μαρκέζε. Είναι βασισμένος σε πραγματικά πρόσωπα;
Ο Μαρκέζε είναι ο πιο πιστός χαρακτήρας που έχω γράψει. Τον έγραφα σχεδόν σαν να τον έβλεπα μπροστά μου. Έβαλα, βέβαια, πολλά δικά μου στοιχεία.
Τελικά τα ΜΜΕ λειτουργούν τόσο αδίστακτα όσο περιγράφετε;
Φοβάμαι πως λειτουργούν ακόμη χειρότερα απ’ ό,τι τους παρουσιάζω. Εγώ τα περιέγραψα ευφημιστικά. Η πραγματικότητα είναι σκληρότερη, και συχνά όσοι δουλεύουν σε αυτόν τον χώρο υποφέρουν. Η περιγραφή των ΜΜΕ βασίζεται σε προσωπική μου εμπειρία. Εγώ προσωπικά επέλεξα να αποφύγω ανθρώπους όπως ο κος Μαρκέζε ή ο κος Γόπας, αλλά τους γνώρισα και είδα πως λειτουργούν
Υπήρχε κάποια αφορμή που σας ώθησε στο γράψιμο;
Δεν υπήρξε κάποια συγκεκριμένη αφορμή. Έγραφα ιστορίες από πάντα. Μέχρι τα 29 μου όμως ένιωθα ανέτοιμος να γράψω κάτι σε μεγάλη φόρμα. Κάπου μέσα μου πίστευα ότι θα συμβεί κάποτε.
Γιατί τελικά αποφασίσετε να γράψετε τη συγκεκριμένη ιστορία;
Η έμπνευση ήρθε από ένα όνειρο. Είδα στον ύπνο μου τον τίτλο του βιβλίου, τον σημείωσα, τον έψαξα και συνειδητοποίησα πως κανείς δεν είχε γράψει κάτι ανάλογο. Αφού βρήκα τον τίτλο, μέσα σε λίγες μέρες, κάνοντας άσχετα πράγματα της καθημερινότητας, δημιούργησα τον σκελετό μιας ιστορίας στο μυαλό μου. Παρότι ξεκίνησε τυχαία, από εκεί και πέρα όλα βασίστηκαν σε προσωπικές εμπειρίες – η μετάβαση από την πόλη στην επαρχία, η δουλειά στα media. Το τυχαίο έγινε οικείο.
Ο Ιγνάτιος, ο πρωταγωνιστής σας, πόση σχέση έχει με σας;
O Ιγνάτιος δεν είναι σίγουρα εγώ! Το ενδιαφέρον ήταν να περιγράψω έναν άνθρωπο που δεν μου μοιάζει, που παίρνει αποφάσεις που εγώ δεν θα έπαιρνα. Θα ήταν εύκολο, αλλά καθόλου ενδιαφέρον, να γράψω κάτι σαν ημερολόγιο. Η πρόκληση ήταν να δημιουργήσω μια προσωπικότητα βασισμένη στις εμπειρίες μου, χωρίς να είναι δική μου αντανάκλαση. Ο Ιγνάτιος δεν είναι εγώ, αλλά είναι κάποιος που μπορώ να «κουμαντάρω». Γενικά, δεν ταυτίζομαι με κανέναν χαρακτήρα του βιβλίου μου. Γιατί ο Ιγνάτιος είναι (και δεν είναι) εξοργιστικός!
Ο Ιγνάτιος είναι μια αμφιλεγόμενη προσωπικότητα. Εσείς τον συμπαθείτε; Όταν διαβάζαμε το βιβλίο συχνά μας φαινόταν εξοργιστικός!
Δεν με ενδιέφερε να είναι ούτε καλός, ούτε κακός. Ήθελα να είναι μη αθώος, ένας χαρακτήρας με αντιφάσεις, χωρίς ξεκάθαρη ηθική τοποθέτηση, ένας χαρακτήρας που τα έχει όλα. Ο Ιγνάτιος δεν κάνει κακό από δόλο, αλλά είναι ανώριμος και συχνά γέρνει προς την ανοησία.
Μας απασχόλησε το μέλλον του Ιγνάτιου. Θα μείνει για πάντα στην Κομοτηνή και θα δουλεύει στον «Γλυκούλη»;
Δεν είμαι σίγουρος. Έχει απογοητευτεί οικτρά από την εμπειρία του στην Αθήνα, κι αυτό τον προσγείωσε. Η Κομοτηνή πλέον δεν του φαίνεται τόσο άσχημη. Σκέφτεται ότι ίσως μπορεί να ζήσει καλά εκεί. Όμως δεν έχει παραιτηθεί από τη φαντασίωση της ζωής στη μεγάληπόλη. Οι μεγάλες προσδοκίες δεν έχουν σβήσει.
Το τέλος του βιβλίου ήταν για εσάς συνειδητά άσχημο;
Δεν θεωρώ το τέλος άσχημο. Είναι ένα είδος συμφιλίωσης. Η ιδέα πως η φαντασίωση του μεγαλείου δεν οδηγεί στην ευτυχία, με απασχολεί πολύ. Πιστεύω ότι τα ταπεινά πράγματα, οι ήσυχες ζωές, είναι συχνά πιο γόνιμες από τις θεαματικές. Το τέλος για μένα είναι ευχάριστο, γιατί θα μπορούσε να είναι πολύ χειρότερο.
Ποιο θα ήταν αυτό το σκληρότερο τέλος;
Θα μπορούσε να είχε μείνει στην Αθήνα, χωρίς δουλειά, χωρίς φίλους, μετά από όλα όσα συνέβησαν. Να φτάσει στον απόλυτο πάτο. Όμως αφηγηματικά, από την αρχή μου φάνηκε πιο συνετό και πειστικό ένα σχήμα κύκλου. Να επιστρέψει εκεί απ’ όπου ξεκίνησε, αλλά μελίγη παραπάνω σοφία.
Είχατε αποφασίσει από την αρχή το τέλος της ιστορίας;
Ναι, από την αρχή το τέλος ήταν δεδομένο και μάλιστα είχα σκεφτεί και την τελευταία φράση. Μου ήρθε πριν ακόμη αρχίσω να γράφω. Ήξερα ότι εκεί θα καταλήξει η ιστορία και στη φράση αυτή θα περικλείεται το νόημα του βιβλίου.
(Σημείωση: η τελευταία φράση του βιβλίου είναι «Όταν σκέφτομαι πως έχασα τα πάντα, λέω στον εαυτό μου πως ίσως ποτέ δεν είχα τίποτα. Όλα καλά»)
Μιλήστε μας για το ύφος του βιβλίου και της γραφής σας.
Το ύφος, για μένα, υπαγορεύεται πάντα από την ιδέα. Εφόσον ήθελα να αφηγηθώ την περιπέτεια ενός εικοσάχρονου, έπρεπε να γράψω σε απλό ύφος. Αν μιλούσα σαν πανεπιστημιακός, θα ήταν ένα λογοτεχνικό λάθος. Ο τρόπος που γράφεις πρέπει να ταιριάζει με τον ήρωά σου και τον κόσμο του.
Ποια είναι η σχέση σας με τη λογοτεχνία ως αναγνώστης;
Σίγουρα διαβάζω πολύ χωρίς, όμως, να θεωρώ τον εαυτό μου «τρομερά διαβασμένο». Η βασική μου κλίση ήταν από την αρχή το γράψιμο. Ύστερα ήρθε η ανάγνωση, που εμπλουτίζει τις μεθόδους, τον τρόπο έκφρασης, σου δίνει ιδέες. Κατάλαβα στην πορεία ότι δεν υπάρχει γράψιμο χωρίς ανάγνωση.
Πόσο καιρό σάς πήρε να γράψετε τον «Ιγνάτιο»;
Ακριβώς έναν χρόνο. Είχα ήδη ολοκληρωμένη την ιδέα στο μυαλό μου. Σε άλλες περιπτώσεις μπορεί να χρειαστεί να κάνεις ένα διάλειμμα για να σκεφτείς πως θα εξελιχθεί η ιστορία. Εγώ ήξερα ακριβώς τι θα έγραφα, οπότε το έγραψα μονοκοπανιά.
Υπήρχε πειθαρχία στη διαδικασία του γραψίματος;
Πολύ μεγάλη. Έγραφα στο μετρό, στο λεωφορείο, ακόμα και στην δουλειά. Τότε δούλευα ως κειμενογράφος σε διαφημιστική και αν είχα δέκα λεπτά κενό, άνοιγα το mail μου, έγραφα κάτι και το αποθήκευα. Μπορεί να μην έγραφα κάθε μέρα, αλλά είχα συνέπεια και συχνότητα στη συγγραφή και έτσι μπορούσα να κρατάω επαφή με τον ειρμό μου. Ακόμα και όταν δεν είχα διάθεση, έλεγα στον εαυτό μου "γράψε μια πρόταση, μόνο μία". Αυτός ήταν για μένα ο μόνος βέβαιος τρόπος ότι κάποια στιγμή θα ολοκλήρωνα το βιβλίο μου.
Η επιτυχία του πρώτου βιβλίου σάς ώθησε να γράψετε το δεύτερο
Όχι. Δεν γράφω επειδή
κάτι πήγε καλά. Το μόνο μου κίνητρο είναι η ιδέα. Αν έχω μια ιδέα, θεωρώ κρίμα
να μην τη γράψω, ακόμη κι αν είναι κακή. Άρχισα να γράφω το επόμενο βιβλίο ένα χρόνο
μετά και το ολοκλήρωσα μέσα σε ενάμιση. Ήταν μεγαλύτερο και πολύ διαφορετικό. Σίγουρα,
όμως, από μικρός είχα το “ψώνιο” να γράφω βιβλία.
Σε ποιο επίπεδο το Τρία επί Ψυχής ήταν διαφορετικό από το πρώτο σας βιβλίο;
Ήταν γραμμένο στο τρίτο πρόσωπο. Αυτό με απελευθέρωσε. Στον «Ιγνάτιο», λόγω της πρωτοπρόσωπης αφήγησης, μπορούσα να γράψω μόνο ό,τι θα έλεγε ένας εικοσάχρονος. Στο Τρία επί ψυχής, ήμουν πιο ελεύθερος να πω αυτά που ήθελα και έτσι ήμουν πιο πολύ ο εαυτός μου.
Τι σημαίνει για εσάς η απώλεια; Άλλωστε, την βρίσκουμε στον τίτλο του πρώτου σας βιβλίου.
Εξαρτάται. Στον Ιγνάτιο, η απώλεια αφορά φίλους, προοπτικές, αλλά και ψευδαισθήσεις. Στο δεύτερο βιβλίο, είναι απώλεια ανθρώπων. Όμως σε κάθε περίπτωση, για μένα η απώλεια είναι και κάτι πραγματικό και κάτι συμβολικό. Είναι ένα εμπόδιο που πρέπει να ξεπεραστεί. Ο Ιγνάτιος το ξεπερνά γυρίζοντας πίσω, με μια νέα στάση ζωής. Πιστεύω ότι η απώλεια, όσο σκληρή κι αν είναι, είναι μια ευκαιρία για εξέλιξη.
Από τη Νομική στο γράψιμο και από το χειρόγραφο στο τυπογραφείο.
Με τι ασχολείστε επαγγελματικά σήμερα;
Τα τελευταία
χρόνια εργάζομαι στην Καθημερινή, είμαι αρθρογράφος. Πριν από αυτό,
δούλευα σε διαφημιστική εταιρεία ως κειμενογράφος. Πάντα η δουλειά μου
σχετιζόταν με το γράψιμο. Ήξερα από τότε που σπούδαζα Νομική στην Κομοτηνή ότι
δεν θα γινόμουν δικηγόρος.
Γιατί επιλέξατε, τότε, να σπουδάσετε Νομική;
Ήταν το γνωστό οικογενειακό και κοινωνικό στερεότυπο:
«Αφού είσαι καλός μαθητής, θα πας Νομική». Με την προσδοκία ότι θα βγάλεις
λεφτά. Όμως εγώ ήξερα από το σχολείο κιόλας ότι δεν ήταν αυτό που ήθελα και δε ΘΑ
ήμουν ποτέ ευτυχισμένος. Έκανα μέχρι και
άσκηση σε δικηγορικό γραφείο και τότε επιβεβαιώθηκε πλήρως ότι αυτό το
επάγγελμα απαιτεί μια «λόξα» που εγώ δεν είχα. Εμένα με τραβούσε το γράψιμο. Γι’
αυτό και άρχισα να ασχολούμαι με περιοδικά και εφημερίδες από τότε, για να βρω
μια ισορροπία.
Τι θα συμβουλεύατε ένα νέο παιδί σήμερα για την επαγγελματική του πορεία;
Χρειάζεται
ισορροπία. Δεν γίνεται να επιλέξεις ένα επάγγελμα που σε κάνει δυστυχισμένο,
ακόμα κι αν υπόσχεται χρήματα ή κύρος. Είναι συνταγή καταστροφής και θα είσαι
δυστυχισμένος. Από την άλλη, πρέπει και να μπορείς να ζήσεις. Η χαρά δεν
τρώγεται. Οπότε η συμβουλή μου είναι: ναι, να έχεις πάντα στο μυαλό σου το σχέδιό
σου, αυτό που θέλεις να κάνεις. αλλά κράτα και μια βάση που σε βοηθάει
οικονομικά. Είναι καλό να έχεις κάποιες συμβατικές σπουδές που να σου
επιτρέπουν να βιοπορίζεσαι. Τελικά, όποια κατεύθυνση και αν επιλέξεις, χρησιμοθηρική
ή ιδεαλιστική, τον δρόμο σου μπορείς να τον βρεις. Η σχολή δεν καθορίζει τη ζωή σου κι αυτό γιατί οι
επιλογές στη ζωή διασταυρώνονται κι αλλάζουν.
Πιστεύετε ότι ο συγγραφέας πρέπει ή μπορεί να εντάσσει τον εαυτό του στα έργα του;
Παλιά ήμουν τελείως αντίθετος. Τώρα όμως, όχι. Με έχουν επηρεάσει συγγραφείς όπως ο Φίλιπ Ροθ και η Τζόαν Ντίντιον, τους οποίους θεωρώ εξαιρετικούς, που ενέπλεκαν τον εαυτό τους στη γραφή τους. Ο Ροθ, για παράδειγμα, είχε ένα alter ego που εμφανιζόταν στα βιβλία του και ήταν ο ίδιος και ταυτόχρονα όχι. Θεωρώ, όμως, ότι για να το κάνεις αυτό, πρέπει να έχεις μια ενδιαφέρουσα ζωή. Εγώ ειλικρινά δεν θεωρώ ότι ζω κάτι τόσο αξιοπερίεργο. Αν είχα, ίσως το έκανα.
Ήταν εύκολη η διαδικασία της έκδοσης του βιβλίου σας;
Καθόλου. Επειδή
δούλευα στα media, είχα την ψευδαίσθηση ότι θα μου απαντήσουν αμέσως θετικά. Έστειλα το
χειρόγραφο σε πολλούς εκδοτικούς, οι περισσότεροι δεν απάντησαν καν ή μου είπαν
ότι δεν ταίριαζε στο πρόγραμμά τους. Ακόμα κι όταν προσπάθησα να χρησιμοποιήσω
«μέσο», έφαγα πόρτα! Το άφησα για λίγο, μέχρι που το διάβασε μια επιμελήτρια
που της άρεσε, κι έτσι άνοιξε ο δρόμος.
Πιστεύω ότι το
βασικό πρόβλημα στις εκδόσεις είναι αν θα φτάσει το κείμενό σου στα σωστά
χέρια. Οι εκδοτικοί λαμβάνουν τεράστιο όγκο χειρογράφων κάθε εβδομάδα, μέχρι
και 30 βιβλία. Δεν προλαβαίνουν να τα διαβάσουν. Οι εκδοτικοί συχνά είναι
υποστελεχωμένοι, ενώ η ελληνική αγορά βιβλίου είναι μικρή Έτσι, καταλήγουν να
εκδίδουν είτε ονόματα που ήδη γνωρίζουν είτε συγγραφείς που έρχονται με
συστάσεις. Είναι σπάνιο να προτιμήσουν έναν άγνωστο. Η μόνη λύση για να αλλάξει
αυτό είναι να αυξηθεί ο αριθμός των αναγνωστών.
Υπήρξε κάποια παρέμβαση από τον εκδοτικό οίκο στο βιβλίο σας, στην πλοκή ή τους χαρακτήρες;
Όχι ιδιαίτερες. Μόνο στην αρχή αφαιρέθηκε ένα κομμάτι
που δεν τους φάνηκε σχετικό με την πλοκή.
Τελικά, τι θυμόσαστε έντονα από την παραμονή σας στην Κομοτηνή;
Εντάξει… ήταν σίγουρα οι έντονες στιγμές
διασκέδασης. Και κάπου εδώ σταματάω γιατί ξέρω ότι απευθύνομαι σε μαθητές!
Και μια τελευταία ερώτηση. Τελικά ο Γλυκούλης είναι το γνωστό Golosso της Κομοτηνής;
Ναι!! Ο Γλυκούλης είναι το Golosso, χωρίς δεύτερη
σκέψη. Ήταν σημείο αναφοράς για όλους μας, όχι μόνο για τις γεύσεις, αλλά για
το κέφι των εργαζομένων. Οι διαφημίσεις του δε, ήταν έμπνευση από μόνες τους.
Δεν υπήρχε περίπτωση να μη βρει τον δρόμο του στο βιβλίο!
Η συνέντευξη με τον Άρη Αλεξανδρή ήταν από εκείνες τις συζητήσεις που αφήνουν κάτι. Μια αίσθηση ειλικρίνειας, μια δόση χιούμορ, πολλές απαντήσεις και άλλες τόσες σκέψεις. Τον ευχαριστούμε θερμά για την προθυμία του, και για το ότι μας έκανε να δούμε τον Ιγνάτιο, και ίσως και τον εαυτό μας, λίγο πιο καθαρά.
Εις το επανιδείν… στην επόμενη βιβλιογραφική πρόταση.