3ο Λύκειο Όμιλος Φιλαναγνωσίας
Sunday, February 8, 2026
Friday, December 19, 2025
Διεθνής Ημέρα για την Εξάλειψη της Βίας κατά των Γυναικών
25 Νοεμβρίου.
Η λογοτεχνία σπάει τη σιωπή
των Μαριάμ Κραστούδη, Περσεφόνη Μουτάφη, Ιωάννα Παπαδοπούλου, Σήλια Παπαδοπούλου, Αγγελίνα Παπαλαζάρου, Χριστίνας Τοκούτση, Έμμη Φουκαρά.
Η έμφυλη βία δεν είναι ένα ιδιωτικό ζήτημα που αφορά λίγους· είναι ένα κοινωνικo φαινόμενο βαθιά ριζωμένο σε ανισότητες, στερεότυπα και σχέσεις εξουσίας. Εκδηλώνεται με πολλές μορφές —σωματική, ψυχολογική, λεκτική, οικονομική, σεξουαλική— και στην πιο ακραία και τραγική της εκδοχή οδηγεί στις γυναικοκτονίες, δολοφονίες γυναικών ακριβώς επειδή είναι γυναίκες. Πίσω από τους αριθμούς και τις ειδήσεις κρύβονται ζωές που σίγησαν βίαια, οικογένειες που διαλύθηκαν και μια κοινωνία που συχνά άργησε να ακούσει.
Σε αυτό το πλαίσιο, η Παγκόσμια Ημέρα για την Εξάλειψη της Βίας κατά των Γυναικών, στις 25 Νοεμβρίου, δεν αποτελεί απλώς έναν θεσμικό σταθμό, αλλά μια αναγκαία υπενθύμιση ευθύνης. Την Τρίτη 25 Νοεμβρίου 2025, ο Όμιλος Φιλαναγνωσίας του 3ου Πειραματικού ΓΕΛ Κομοτηνής συμμετείχε σε μια βαθιά ανθρώπινη και ουσιαστική εκδήλωση στη Δημοτική Βιβλιοθήκη Κομοτηνής, με τίτλο «Η λογοτεχνία ως καθρέφτης και καταφύγιο απέναντι στη βία κατά των γυναικών: η δύναμη των λέξεων απέναντι στη σιωπή της βίας».
Στην εκδήλωση συμμετείχαν ο Ξενώνας Φιλοξενίας Κακοποιημένων Γυναικών του Δήμου, η Κοινότητα Νέων Κομοτηνής, ενώ παρευρέθηκαν και μίλησαν οι συγγραφείς Ευτυχία Γιαννάκη και Ελένη Βασιλάκη. Την εκδήλωση παρακολούθησαν μαθητές και μαθήτριες Λυκείων της πόλης, αλλά και μέλη της τοπικής κοινότητας.
Ιδιαίτερα σημαντική ήταν η συμβολή των ανθρώπων του Ξενώνα Φιλοξενίας, που μίλησαν στους μαθητές για τη λειτουργία και τον ρόλο του, αλλά και η παρέμβαση του ψυχολόγου Χρήστου Σερμπέζη, ο οποίος ανέδειξε τη δύναμη της αφήγησης ως μέσο επεξεργασίας και επούλωσης του τραύματος της κακοποίησης. Η αφήγηση, άλλωστε, είναι συχνά το πρώτο βήμα για να σπάσει η σιωπή και να μετατραπεί ο φόβος σε λόγο. Πυρήνας της εκδήλωσης υπήρξε ο λογοτεχνικός διάλογος που αναπτύχθηκε ανάμεσα στον Όμιλο Φιλαναγνωσίας και την Κοινότητα Νέων Κομοτηνής.
Μαθήτριες και φοιτητές διάβασαν εναλλάξ κείμενα ωμά και απαιτητικά, κείμενα που δεν ωραιοποιούν τη βία, αλλά την αποκαλύπτουν και την καταδικάζουν. Μέσα από αποσπάσματα λογοτεχνικών έργων, η έμφυλη βία και οι γυναικοκτονίες απέκτησαν ανθρώπινο πρόσωπο, φωνή και συναίσθημα — όχι ως στατιστικά στοιχεία, αλλά ως βιωμένες εμπειρίες. Ξεχωριστή στιγμή αποτέλεσε η παρουσία της Ευτυχίας Γιαννάκη, η οποία μίλησε με ειλικρίνεια για το βάρος που φέρει ο συγγραφέας όταν πραγματεύεται θέματα κακοποίησης, για την ανάγκη να μη μένουμε αμέτοχοι και για τον ρόλο της λογοτεχνίας ως καταφύγιο αλλά και ως πράξη ευθύνης. Η Ελένη Βασιλάκη συμπλήρωσε τη συζήτηση με τη δική της οπτική, συμβάλλοντας σε έναν ουσιαστικό, πολυφωνικό διάλογο γύρω από τη γυναικεία εμπειρία και τη βία.
Η λογοτεχνία δεν αλλάζει από μόνη της τον κόσμο. Μπορεί όμως να αλλάξει τον τρόπο που τον αντιλαμβανόμαστε. Να καλλιεργήσει ενσυναίσθηση, να μας φέρει πιο κοντά στον «άλλον», να μας μάθει να αναγνωρίζουμε τις ρίζες της έμφυλης βίας και να μην αποδεχόμαστε καμία μορφή της ως κανονικότητα. Στο ασφαλές αυτό πεδίο των λέξεων, οι σιωπές σπάνε, τα ταμπού συζητιούνται και οι άβολες αλήθειες λέγονται.
Αν κάτι έμεινε από τη συγκεκριμένη ημέρα στους μαθητές και τις μαθήτριες του Ομίλου Φιλαναγνωσίας, είναι ότι η στάση απέναντι στην έμφυλη βία δεν είναι υπόθεση μιας μόνο ημέρας. Είναι μια διαρκής παιδευτική και κοινωνική διαδικασία. Και η λογοτεχνία, ως καθρέφτης αλλά και καταφύγιο, μπορεί να αποτελέσει ένα από τα πιο ισχυρά μας εργαλεία, ώστε να μεγαλώσουμε νέους ανθρώπους που θα απορρίπτουν τη βία, θα αναγνωρίζουν τις γυναικοκτονίες ως κοινωνικό έγκλημα και θα επιλέγουν τη φωνή αντί για τη σιωπή.
Τα κείμενα που διαβάσαμε: "Το Πίστομα" του Κωνσταντίνου Θεοτόκη, το "Φουραντάν" του Θανάση Βαλτινού, αποσπάσματα από το "Όταν κοιμούνται οι φίλοι μου" του Αύγουστου Κορτώ, αποσπάσματα από τη "Φωλιά του ιππόκαμπου" της Ευτυχίας Γιαννάκη, το Καρέ" και το "Μουγκρί" του Ισίδωρου Ρωσταδάκη.
Friday, November 28, 2025
Η Λεύκη Σαραντινού στον Όμιλο Φιλαναγνωσίας
Με ιδιαίτερη χαρά ο Όμιλος Φιλαναγνωσίας του σχολείου μας υποδέχθηκε την Πέμπτη 27 Νοεμβρίου τη συγγραφέα Λεύκη Σαραντινού, η οποία τίμησε με την παρουσία της μαθητές και εκπαιδευτικούς. Η χαρά μας ήταν ακόμη μεγαλύτερη, καθώς η κ. Σαραντινού είναι γονέας μαθητή του σχολείου μας, γεγονός που προσέδωσε στη συνάντηση μια ζεστή, οικεία διάσταση.
Κατά τη διάρκεια της επίσκεψης, η συγγραφέας διάβασε αποσπάσματα από το νέο της βιβλίο, «Ψυχή από πέτρα», και συζήτησε με τους μαθητές για την έμπνευση, τη διαδικασία γραφής και τη μαγεία της ιστορίας. Η συζήτηση απλώθηκε σε πολλά θέματα: την αγάπη της για το ιστορικό μυθιστόρημα, τη σχέση της με τη μουσική — με ιδιαίτερη αδυναμία στον Μότσαρτ — καθώς και τις δύο πόλεις που αγαπά ιδιαίτερα, την Κομοτηνή και την Κρήτη.
Η κ. Σαραντινού μοιράστηκε επίσης προσωπικές εμπειρίες για το πώς μια συγκυρία την οδήγησε στη συγγραφή, αλλά και για τον τρόπο με τον οποίο προετοιμάζει το υλικό των ιστορικών έργων της. Τόνισε πως η έρευνα αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της δημιουργίας της και συχνά διαρκεί έως και δύο χρόνια για κάθε βιβλίο.
Οι μαθητές συμμετείχαν με ενθουσιασμό, θέτοντας ερωτήσεις και συζητώντας θέματα που αφορούσαν τόσο τη λογοτεχνία όσο και την προσωπική πορεία της συγγραφέως. Η συνάντηση ολοκληρώθηκε σε ιδιαίτερα θερμό κλίμα, αφήνοντας έμπνευση και όμορφες εντυπώσεις σε όλους.
Την ευχαριστούμε από καρδιάς για τον χρόνο και τη γενναιοδωρία της και ελπίζουμε σε μια νέα συνάντηση στο μέλλον.
Wednesday, June 25, 2025
‘Μικρά πράγματα σαν κι αυτά’, βιβλιοκριτική της Κορίνας Παπάζογλου
Η Claire Keegan, στο ‘Μικρά πράγματα σαν κι αυτά’, ξεδιπλώνει την ιστορία του Μπιλ Φέρλονγκ, ενός οικογενειάρχη άντρα που μεγάλωσε με τις δυσκολίες και τις ενοχές μιας ανύπαντρης μητέρας στη συντηρητική και βαθιά θρησκευόμενη Ιρλανδία. Ο Μπιλ, πατέρας πλέον πέντε κοριτσιών, με μια σύζυγο που τον αγαπά, την Αϊλίν, αγωνίζεται να επιβιώσει παραδίδοντας κάρβουνα με το φορτηγό του, αντιμετωπίζοντας τη φτώχεια και τις προκαταλήψεις της δεκαετίας του 1980 σε μια μικρή ιρλανδική πόλη. Μία κρύα παραμονή Χριστουγέννων, ο Μπιλ ανακαλύπτει μια νεαρή κοπέλα στην αποθήκη ενός μοναστηριού και τότε ξυπνούν μέσα του οι αναμνήσεις από τη δική του παιδική ηλικία, τη βοήθεια και την καλοσύνη που κάποτε έλαβε από τη χήρα Γουίλσον, που στήριξε την ανύπαντρη μητέρα του, αλλά και τη σιωπή της κοινωνίας απέναντι στην αδικία. Οι αναμνήσεις τού ζητούν επιτακτικά να δράσει. Ύστερα από μια βασανιστική πάλη με τη συνείδησή του και συζητήσεις με τη σύζυγό του, που τον παρακαλεί να μην ανακατευτεί, καθώς η σύγκρουση με το καθολικό μοναστήρι θα αποβεί εις βάρος όλης της οικογένειας, αλλά και αναλογιζόμενος το μέλλον των δικών του κοριτσιών, αποφασίζει να βοηθήσει τη νεαρή κοπέλα, σώζοντάς την.
Το βιβλίο αναφέρεται σε πραγματικά γεγονότα και, συγκεκριμένα, στα λεγόμενα “Πλυντήρια της Μαγδαληνής” στην Ιρλανδία, όπου νεαρές κοπέλες και ανύπαντρες μητέρες αναγκάζονταν να εργάζονται σε άθλιες συνθήκες καταναγκαστικής εργασίας. Πρόκειται για ένα τεράστιο οικονομικό και ηθικό σκάνδαλο που συντάραξε τη χώρα και την Καθολική Εκκλησία. Την Keegan, όμως, δεν την απασχολεί να διερευνήσει το θέμα αυτό, καθώς τα γεγονότα έχουν ήδη αποτελέσει αντικείμενο έρευνας από δημοσιογράφους και έχουν απεικονιστεί σε βιβλία και ταινίες. Την Keegan τη νοιάζει να δώσει φωνή στο μικρό και ταπεινό και να θέσει ένα ζήτημα που μας απασχολεί όλους, το θέμα της προσωπικής ευθύνης μπροστά στην αδικία που υφίστανται οι άλλοι.
Ο Μπιλ Φέρλονγκ αναλαμβάνει την ευθύνη, γεγονός που αντικατοπτρίζει την καλή του ανατροφή και τη μεγάλη του καρδιά, αλλά και την ανάγκη του για δικαιοσύνη. Η συγγραφέας, με τον τρόπο της, μας υπενθυμίζει ότι δεν χρειάζονται περίπλοκες πλοκές και έξυπνα κόλπα, αλλά οι απλές καθημερινές κινήσεις, όπως αυτή του Μπιλ, που στην πραγματική ζωή μπορούν να μεταμορφώσουν τον κόσμο γύρω μας. Ο Μπιλ μένει πιστός στις αρχές του, κάνει μια μικρή πράξη καλοσύνης, επαναστατική για τα δεδομένα της θρησκευόμενης Ιρλανδίας, και έτσι σώζει την έγκυο κοπέλα, αλλά και τον εαυτό του. Καθώς όλη η ιστορία διαδραματίζεται τις μέρες των Χριστουγέννων, δεν μπορεί να μη μας περνάει από το μυαλό ότι οι μικρές πράξεις καλοσύνης είναι αυτές που κάνουν τη διαφορά και στο τέλος μετράνε πιο πολύ.
Η αφήγηση παρουσιάζει ένα 24ωρο από τη ζωή του Μπιλ Φέρλονγκ, ενώ ξεχωριστό ρόλο παίζουν οι περιγραφές, που δίνουν ζωντανά τη χριστουγεννιάτικη ατμόσφαιρα στη μικρή ιρλανδική πόλη, αλλά και τη φτώχεια των κατοίκων, τις δυσκολίες και την κυριαρχία της Καθολικής Εκκλησίας. Χαρακτηριστικές σκηνές είναι η βόλτα στο χριστουγεννιάτικο πανηγύρι, τα παιδιά που γράφουν γράμματα στον Άη Βασίλη, αλλά και το παγωμένο τοπίο που κάνει τον αναγνώστη να νιώθει το τσουχτερό κρύο! Και φυσικά, οι καμπάνες της εκκλησίας που ηχούν τρεις φορές τη μέρα και οργανώνουν τη ζωή της πόλης.
Το ύφος της Keegan είναι απλό, λιτό, χαμηλόφωνο, χωρίς υπερβολές και μελοδραματισμούς που δεν χρειάζονται άλλωστε σε μια τόσο δυνατή ιστορία. Η ευαισθησία της αφήγησης σε κερδίζει, το ίδιο και οι πειστικοί διάλογοι που φανερώνουν τους χαρακτήρες των ηρώων και τις αντιλήψεις τους. Και βέβαια, ένας χαρακτήρας που ξεχωρίζει: αυτός του Μπιλ Φέρλονγκ, που δεν γίνεται να μην αγαπήσεις!
Η Keegan, όχι αδίκως, έχει χαρακτηριστεί “θεά των μικρών πραγμάτων”, και η αλήθεια είναι ότι μέσα από τα μικρά πράγματα καταφέρνει να δώσει πιστά τη μεγάλη εικόνα. Αυτό το μικρό «μεγάλο» βιβλίο αξίζει να διαβαστεί. Και σίγουρα μας ωθεί να αναλογιστούμε: τι κάνει ο καθένας από μας όταν βλέπει μπροστά του την αδικία;
Friday, June 20, 2025
Ο Άρης Αλεξανδρής μιλά για τον Ιγνάτιο, την Κομοτηνή και την απώλεια
Των Βάσια Ευτυχιάκου, Γιώργου Κίσσα, Νουρ Μπαγδατλή, Θεοδοσία Τσουλφά, Πέτρου Χαμαλίδη, Κωνσταντίνου Χαριτίδη, Κωνσταντίνα Ψιλλάκη
Η Λέσχη Φιλαναγνωσίας του 3ου Πειραματικού ΓΕΛ είχε τη χαρά να συνομιλήσει με τον Άρη Αλεξανδρή, συγγραφέα του μυθιστορήματος «Πώς ο Ιγνάτιος Καραθοδωρής έχασε τα πάντα». Ένα βιβλίο που αγαπήθηκε από τους μαθητές, τους διασκέδασε, τους προβλημάτισε, τους έκανε να γελάσουν και να θυμώσουν, ιδιαίτερα με τον Ιγνάτιο, τον πολύ ανθρώπινο πρωταγωνιστή του.
Η συζήτηση μαζί του ήταν άμεση, ειλικρινής και χιουμοριστική. Ο συγγραφέας απάντησε στις απορίες μας, μοιράστηκε ιστορίες από τη φοιτητική του ζωή στην Κομοτηνή και μίλησε για το πώς γράφει, τι τον εμπνέει και πώς βλέπει τη λογοτεχνία. Και φυσικά απάντησε στο ερώτημα αν ο «Γλυκούλης» είναι το γνωστό Goloso στην Κομοτηνή! Το αποτέλεσμα; Μια συζήτηση που απολαύσαμε όσο και το ίδιο το βιβλίο.
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Άρης Αλεξανδρής γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Σπούδασε Νομική στην Κομοτηνή, αλλά από νωρίς είχε καταλάβει ότι η δικηγορία δεν ήταν το δικό του μονοπάτι. Εργάστηκε ως κειμενογράφος στον χώρο της διαφήμισης και πλέον είναι αρθρογράφος στην εφημερίδα Καθημερινή. Η συγγραφή ήταν πάντα παρούσα στη ζωή του. Το πρώτο του βιβλίο, Πώς ο Ιγνάτιος Καραθοδωρής έχασε τα πάντα, σημείωσε μεγάλη επιτυχία, ενώ ακολούθησετο Τρία επί ψυχής, και ήδη εργάζεται πάνω σε νέο έργο του.
Από την Κομοτηνή στο βιβλίο: βιώματα και χαρακτήρες
Ποιες αναμνήσεις κρατήσατε από την διαμονή σας στην Κομοτηνή;
Για να είμαι ειλικρινής, όταν ήρθα στην Κομοτηνή το 2008 δεν πέρασα και φανταστικά. Οι πρώτες μου εντυπώσεις ήταν ζοφερές. Η πόλη μού φάνηκε κλειστή, λιγότερο ανοιχτή από ό,τι είχα συνηθίσει στην Αθήνα. Το αίσθημα ήταν κλειστοφοβικό. Δεν υπήρχε εύκολη επαφή με τον ντόπιο πληθυσμό. Ένα πνεύμα μυστηρίου περιέβαλλε την πόλη, την οποία ποτέ δεν κατάλαβα πλήρως πώς λειτουργεί, ποιος είναι ο παλμός της.
Δηλαδή η μετάβαση από την Αθήνα σας φάνηκε δύσκολη;
Σίγουρα ήταν μια περίεργη μετάβαση, για την οποία, ίσως, δεν ήμουν εξοπλισμένος τότε. Ήμουν 17. Ίσως να υπερέβαλα, όμως η διαφορά ήταν έντονη. Στην Αθήνα είσαι ανώνυμος, μπορείς να κυκλοφορείς και να είσαι όπως θες. Εδώ, σε γνωρίζουν όλοι. Η ιδιωτικότητα και οι προοπτικές κοινωνικής ζωής δυσχεραίνουν. Βέβαια, τα περισσότερα παιδιά από την Αθήνα περνούν φανταστικά στην Κομοτηνή. Για πολλούς είναι μια ευκαιρία ανεξαρτησίας, βιώνουν μια ελευθερία που δεν είχαν στον οικογενειακό τους περίγυρο. Η διασκέδαση είχε έντονο χαρακτήρα: κάθε μέρα και μια έξοδος, μπουζούκια, ξενύχτια. Για κάποιους αυτή είναι η ιδανική φοιτητική ζωή. Όχι, όμως, για όλους. Τελικά, έχει να κάνει με το τι ψάχνει ο καθένας.
Οι χαρακτήρες στα βιβλία σας βασίζονται σε αληθινά πρόσωπα;
Είναι εμπνευσμένοι, χωρίς όμως να υπάρχουν αυτά τα άτομα. Πολλές φορές αντλώ χαρακτηριστικά από πρόσωπα που γνώρισα ή φαντάστηκα. Για παράδειγμα, το όνομα Κορνηλία προέκυψε από ένα τέχνασμα που είχα κάνει με μια συμφοιτήτριά μου με την οποία φτιάξαμε ψεύτικες κάρτες μέλους στο Cosmopolis. Η λεπτομέρεια αυτή έγινε αφετηρία για έναν ολόκληρο χαρακτήρα. Άλλοι ήρωες, όπως ο κύριος Μαρκέζε ή ο κύριος Γόπας, είναι εμπνευσμένοι από τον επαγγελματικό μου χώρο.
Στο βιβλίο σας υπάρχει ένας εκδότης, ο κ. Μαρκέζε. Είναι βασισμένος σε πραγματικά πρόσωπα;
Ο Μαρκέζε είναι ο πιο πιστός χαρακτήρας που έχω γράψει. Τον έγραφα σχεδόν σαν να τον έβλεπα μπροστά μου. Έβαλα, βέβαια, πολλά δικά μου στοιχεία.
Τελικά τα ΜΜΕ λειτουργούν τόσο αδίστακτα όσο περιγράφετε;
Φοβάμαι πως λειτουργούν ακόμη χειρότερα απ’ ό,τι τους παρουσιάζω. Εγώ τα περιέγραψα ευφημιστικά. Η πραγματικότητα είναι σκληρότερη, και συχνά όσοι δουλεύουν σε αυτόν τον χώρο υποφέρουν. Η περιγραφή των ΜΜΕ βασίζεται σε προσωπική μου εμπειρία. Εγώ προσωπικά επέλεξα να αποφύγω ανθρώπους όπως ο κος Μαρκέζε ή ο κος Γόπας, αλλά τους γνώρισα και είδα πως λειτουργούν
Υπήρχε κάποια αφορμή που σας ώθησε στο γράψιμο;
Δεν υπήρξε κάποια συγκεκριμένη αφορμή. Έγραφα ιστορίες από πάντα. Μέχρι τα 29 μου όμως ένιωθα ανέτοιμος να γράψω κάτι σε μεγάλη φόρμα. Κάπου μέσα μου πίστευα ότι θα συμβεί κάποτε.
Γιατί τελικά αποφασίσετε να γράψετε τη συγκεκριμένη ιστορία;
Η έμπνευση ήρθε από ένα όνειρο. Είδα στον ύπνο μου τον τίτλο του βιβλίου, τον σημείωσα, τον έψαξα και συνειδητοποίησα πως κανείς δεν είχε γράψει κάτι ανάλογο. Αφού βρήκα τον τίτλο, μέσα σε λίγες μέρες, κάνοντας άσχετα πράγματα της καθημερινότητας, δημιούργησα τον σκελετό μιας ιστορίας στο μυαλό μου. Παρότι ξεκίνησε τυχαία, από εκεί και πέρα όλα βασίστηκαν σε προσωπικές εμπειρίες – η μετάβαση από την πόλη στην επαρχία, η δουλειά στα media. Το τυχαίο έγινε οικείο.
Ο Ιγνάτιος, ο πρωταγωνιστής σας, πόση σχέση έχει με σας;
O Ιγνάτιος δεν είναι σίγουρα εγώ! Το ενδιαφέρον ήταν να περιγράψω έναν άνθρωπο που δεν μου μοιάζει, που παίρνει αποφάσεις που εγώ δεν θα έπαιρνα. Θα ήταν εύκολο, αλλά καθόλου ενδιαφέρον, να γράψω κάτι σαν ημερολόγιο. Η πρόκληση ήταν να δημιουργήσω μια προσωπικότητα βασισμένη στις εμπειρίες μου, χωρίς να είναι δική μου αντανάκλαση. Ο Ιγνάτιος δεν είναι εγώ, αλλά είναι κάποιος που μπορώ να «κουμαντάρω». Γενικά, δεν ταυτίζομαι με κανέναν χαρακτήρα του βιβλίου μου. Γιατί ο Ιγνάτιος είναι (και δεν είναι) εξοργιστικός!
Ο Ιγνάτιος είναι μια αμφιλεγόμενη προσωπικότητα. Εσείς τον συμπαθείτε; Όταν διαβάζαμε το βιβλίο συχνά μας φαινόταν εξοργιστικός!
Δεν με ενδιέφερε να είναι ούτε καλός, ούτε κακός. Ήθελα να είναι μη αθώος, ένας χαρακτήρας με αντιφάσεις, χωρίς ξεκάθαρη ηθική τοποθέτηση, ένας χαρακτήρας που τα έχει όλα. Ο Ιγνάτιος δεν κάνει κακό από δόλο, αλλά είναι ανώριμος και συχνά γέρνει προς την ανοησία.
Μας απασχόλησε το μέλλον του Ιγνάτιου. Θα μείνει για πάντα στην Κομοτηνή και θα δουλεύει στον «Γλυκούλη»;
Δεν είμαι σίγουρος. Έχει απογοητευτεί οικτρά από την εμπειρία του στην Αθήνα, κι αυτό τον προσγείωσε. Η Κομοτηνή πλέον δεν του φαίνεται τόσο άσχημη. Σκέφτεται ότι ίσως μπορεί να ζήσει καλά εκεί. Όμως δεν έχει παραιτηθεί από τη φαντασίωση της ζωής στη μεγάληπόλη. Οι μεγάλες προσδοκίες δεν έχουν σβήσει.
Το τέλος του βιβλίου ήταν για εσάς συνειδητά άσχημο;
Δεν θεωρώ το τέλος άσχημο. Είναι ένα είδος συμφιλίωσης. Η ιδέα πως η φαντασίωση του μεγαλείου δεν οδηγεί στην ευτυχία, με απασχολεί πολύ. Πιστεύω ότι τα ταπεινά πράγματα, οι ήσυχες ζωές, είναι συχνά πιο γόνιμες από τις θεαματικές. Το τέλος για μένα είναι ευχάριστο, γιατί θα μπορούσε να είναι πολύ χειρότερο.
Ποιο θα ήταν αυτό το σκληρότερο τέλος;
Θα μπορούσε να είχε μείνει στην Αθήνα, χωρίς δουλειά, χωρίς φίλους, μετά από όλα όσα συνέβησαν. Να φτάσει στον απόλυτο πάτο. Όμως αφηγηματικά, από την αρχή μου φάνηκε πιο συνετό και πειστικό ένα σχήμα κύκλου. Να επιστρέψει εκεί απ’ όπου ξεκίνησε, αλλά μελίγη παραπάνω σοφία.
Είχατε αποφασίσει από την αρχή το τέλος της ιστορίας;
Ναι, από την αρχή το τέλος ήταν δεδομένο και μάλιστα είχα σκεφτεί και την τελευταία φράση. Μου ήρθε πριν ακόμη αρχίσω να γράφω. Ήξερα ότι εκεί θα καταλήξει η ιστορία και στη φράση αυτή θα περικλείεται το νόημα του βιβλίου.
(Σημείωση: η τελευταία φράση του βιβλίου είναι «Όταν σκέφτομαι πως έχασα τα πάντα, λέω στον εαυτό μου πως ίσως ποτέ δεν είχα τίποτα. Όλα καλά»)
Μιλήστε μας για το ύφος του βιβλίου και της γραφής σας.
Το ύφος, για μένα, υπαγορεύεται πάντα από την ιδέα. Εφόσον ήθελα να αφηγηθώ την περιπέτεια ενός εικοσάχρονου, έπρεπε να γράψω σε απλό ύφος. Αν μιλούσα σαν πανεπιστημιακός, θα ήταν ένα λογοτεχνικό λάθος. Ο τρόπος που γράφεις πρέπει να ταιριάζει με τον ήρωά σου και τον κόσμο του.
Ποια είναι η σχέση σας με τη λογοτεχνία ως αναγνώστης;
Σίγουρα διαβάζω πολύ χωρίς, όμως, να θεωρώ τον εαυτό μου «τρομερά διαβασμένο». Η βασική μου κλίση ήταν από την αρχή το γράψιμο. Ύστερα ήρθε η ανάγνωση, που εμπλουτίζει τις μεθόδους, τον τρόπο έκφρασης, σου δίνει ιδέες. Κατάλαβα στην πορεία ότι δεν υπάρχει γράψιμο χωρίς ανάγνωση.
Πόσο καιρό σάς πήρε να γράψετε τον «Ιγνάτιο»;
Ακριβώς έναν χρόνο. Είχα ήδη ολοκληρωμένη την ιδέα στο μυαλό μου. Σε άλλες περιπτώσεις μπορεί να χρειαστεί να κάνεις ένα διάλειμμα για να σκεφτείς πως θα εξελιχθεί η ιστορία. Εγώ ήξερα ακριβώς τι θα έγραφα, οπότε το έγραψα μονοκοπανιά.
Υπήρχε πειθαρχία στη διαδικασία του γραψίματος;
Η επιτυχία του πρώτου βιβλίου σάς ώθησε να γράψετε το δεύτερο
Σε ποιο επίπεδο το Τρία επί Ψυχής ήταν διαφορετικό από το πρώτο σας βιβλίο;
Τι σημαίνει για εσάς η απώλεια; Άλλωστε, την βρίσκουμε στον τίτλο του πρώτου σας βιβλίου.
Από τη Νομική στο γράψιμο και από το χειρόγραφο στο τυπογραφείο.
Με τι ασχολείστε επαγγελματικά σήμερα;
Γιατί επιλέξατε, τότε, να σπουδάσετε Νομική;
Τι θα συμβουλεύατε ένα νέο παιδί σήμερα για την επαγγελματική του πορεία;
Πιστεύετε ότι ο συγγραφέας πρέπει ή μπορεί να εντάσσει τον εαυτό του στα έργα του;
Ήταν εύκολη η διαδικασία της έκδοσης του βιβλίου σας;
Καθόλου. Επειδή
δούλευα στα media, είχα την ψευδαίσθηση ότι θα μου απαντήσουν αμέσως θετικά. Έστειλα το
χειρόγραφο σε πολλούς εκδοτικούς, οι περισσότεροι δεν απάντησαν καν ή μου είπαν
ότι δεν ταίριαζε στο πρόγραμμά τους. Ακόμα κι όταν προσπάθησα να χρησιμοποιήσω
«μέσο», έφαγα πόρτα! Το άφησα για λίγο, μέχρι που το διάβασε μια επιμελήτρια
που της άρεσε, κι έτσι άνοιξε ο δρόμος.
Πιστεύω ότι το
βασικό πρόβλημα στις εκδόσεις είναι αν θα φτάσει το κείμενό σου στα σωστά
χέρια. Οι εκδοτικοί λαμβάνουν τεράστιο όγκο χειρογράφων κάθε εβδομάδα, μέχρι
και 30 βιβλία. Δεν προλαβαίνουν να τα διαβάσουν. Οι εκδοτικοί συχνά είναι
υποστελεχωμένοι, ενώ η ελληνική αγορά βιβλίου είναι μικρή Έτσι, καταλήγουν να
εκδίδουν είτε ονόματα που ήδη γνωρίζουν είτε συγγραφείς που έρχονται με
συστάσεις. Είναι σπάνιο να προτιμήσουν έναν άγνωστο. Η μόνη λύση για να αλλάξει
αυτό είναι να αυξηθεί ο αριθμός των αναγνωστών.
Υπήρξε κάποια παρέμβαση από τον εκδοτικό οίκο στο βιβλίο σας, στην πλοκή ή τους χαρακτήρες;
Τελικά, τι θυμόσαστε έντονα από την παραμονή σας στην Κομοτηνή;
Και μια τελευταία ερώτηση. Τελικά ο Γλυκούλης είναι το γνωστό Golosso της Κομοτηνής;
Εις το επανιδείν… στην επόμενη βιβλιογραφική πρόταση.
Κριτική Βιβλίου Πώς ο Ιγνάτιος Καραθοδωρής έχασε τα πάντα από την Αγγελίνας Παπαλαζάρου
Άρης Αλεξανδρής
Εκδόσεις Μεταίχμιο
Συχνά, επικρατεί η άποψη ότι ένα καλό βιβλίο πρέπει να διαθέτει εξεζητημένη γλώσσα και περίτεχνο ύφος. Όμως ο Άρης Αλεξανδρής με το βιβλίο του «Πώς ο Ιγνάτιος Καραθεοδωρής έχασε τα πάντα» καταρρίπτει αυτό το στερεότυπο. Το μυθιστόρημα πραγματεύεται την πορεία ενός νέου, του Ιγνάτιου, ο οποίος μεγαλωμένος σε μια μικρή κοινωνία σαν της Κομοτηνής βρίσκεται στην Αθήνα για σπουδές. Εκεί, εντυπωσιασμένος από την πληθωρικότητα της μεγάλης πόλης, αισθάνεται επιτέλους απελευθερωμένος από τον επαρχιακό τρόπο ζωής που τόσο τον έπνιγε και τους μίζερους μικροαστούς γονείς του και ξεκινάει γεμάτος φιλοδοξίες να πραγματοποιήσει τα όνειρα του για μια «μεγάλη ζωή». Στην Αθήνα κάνει φιλίες, χάνει κάποιες παλαιότερες, γνωρίζει τον έρωτα, ασχολείται επαγγελματικά για πρώτη φορά με τα ΜΜΕ, το αντικείμενο το οποίο σπουδάζει και ανακαλύπτει όλες τις πλευρές της δημοσιογραφίας, ακόμα και τις πιο σκοτεινές. Στο τέλος, όμως, χάνει τα πάντα. Το πώς και το γιατί είναι ερωτήματα που απαντώνται μόνο μέσα από την ανάγνωση του βιβλίου.
Στο βιβλίο θίγονται σύγχρονα θέματα, όπως ο ρόλος των ΜΜΕ και η επιρροή τους στην καθημερινότητα των ανθρώπων, αλλά και ζητήματα δημοσιογραφικής δεοντολογίας. Το ερώτημα τίθεται επίμονα: σε ποιο σημείο μια δημοσίευση προσωπικών πληροφοριών σταματάει να είναι απλά μία είδηση και ένα άκακο θέμα συζήτησης, και ξεκινάει να αποτελεί προσβολή; Ένα άλλο θέμα είναι πώς ένας νέος διαμορφώνει το χαρακτήρα του, για πρώτη φορά μακριά από την οικογένεια του, τα διλήμματα τα οποία αντιμετωπίζει και τις αποφάσεις που καλείται να πάρει, αλλά και πώς διαχειρίζεται την αποτυχία. Και φυσικά η φιλία και ο έρωτας, κομβικά σημεία στις ζωές των νέων, που δοκιμάζονται στη μεγάλη πόλη. Θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς, πώς πρόκειται για ένα coming of age μυθιστόρημα, όπου ένας νέος προσπαθεί να βρει τη θέση του στον σύγχρονο κόσμο. Άλλωστε και ο συγγραφέας Άρης Αλεξανδρής είναι ένας πρωτοεμφανιζόμενο συγγραφέας, νεαρός σε ηλικία, που σπούδασε ο ίδιος στην Κομοτηνή και συχνά μας κάνει να σκεφτόμαστε πώς πολλά από αυτά που περιγράφει στηρίζονται σε δικές του εμπειρίες. Ο ίδιος ο Ιγνάτιος αποτελεί μια ιδιαίτερα αμφιλεγόμενη προσωπικότητα, ένας ήρωας που δεν ξέρεις αν συμπαθείς ή αντιπαθείς. Είναι ένας νέος, δίχως συγκεκριμένο στόχο και όνειρα για το μέλλον του, πέρα από το να ανεξαρτητοποιηθεί. Έτσι, και όλες του οι αποφάσεις είναι επιπόλαιες, χωρίς έχει να προηγηθεί βαθύτερη σκέψη, οδηγώντας τον σε μικρά ή μεγαλύτερα προβλήματα, και βιώνοντας τελικά ένα ταξίδι αυτογνωσίας. Η αφήγηση γίνεται σε πρώτο πρόσωπο, από τον ίδιο τον Ιγνάτιο, με χιούμορ και αρκετές δόσεις κυνισμού. Και αυτή ακριβώς είναι και η γοητεία του βιβλίου, καθώς η φρέσκια, νεανική και συχνά σαρκαστική γραφή αντικατοπτρίζουν με ειλικρίνεια την σύγχρονη πραγματικότητα, κάνοντας την ανάγνωση συναρπαστική. Συνοψίζοντας, να τονίσουμε ότι το διάβασμα αυτού του βιβλίου είναι μια γνήσια απόλαυση! Ο Άρης Αλεξανδρής μάς παραδίδει ένα έργο ζωντανό, ευφυές και απροσδόκητο, που σε ρουφάει από την πρώτη σελίδα. Είναι ιδανικό για νέους αναγνώστες που κάνουν τα πρώτα τους βήματα στον κόσμο της φιλαναγνωσίας, αλλά και για όσους αναζητούν ένα βιβλίο με χιούμορ, έντονο ρυθμό και ανατροπές. Ο Άρης Αλεξανδρής είναι σίγουρα ένας συγγραφέας του οποίου τα βιβλία ανυπομονούμε να διαβάσουμε στο μέλλον!
Δημήτρης Στεφανάκης: Ένας Συγγραφέας Εξερευνά την Αλεξάνδρεια της Μνήμης και της Ιστορίας
Ψιλλάκη.
Μεγάλη ήταν η χαρά μας όταν φιλοξενήσαμε στο σχολείο μας, το 3ο Πειραματικό ΓΕΛ Κομοτηνής, τον συγγραφέα Δημήτρη Στεφανάκη, σε μια ξεχωριστή συνάντηση με τον Όμιλο Φιλαναγνωσίας. Αφορμή για τη συζήτηση στάθηκε το μυθιστόρημά του Πάντα η Αλεξάνδρεια, το οποίο είχαμε διαβάσει με μεγάλο ενδιαφέρον.
Πρωταγωνίστρια αυτή τη φορά είναι η Δάφνη Χάραμη, ένα κορίτσι που γνωρίσαμε ως παιδί και τώρα τη βλέπουμε να μεγαλώνει και να χαράζει τον δικό της δρόμο μέσα σε έναν ταραγμένο κόσμο. Διαβάζοντας το βιβλίο, νιώσαμε σαν να περπατάμε κι εμείς στους δρόμους της Αλεξάνδρειας, να καθόμαστε στα καφέ της, να ακούμε τις φωνές των ηρώων και να αναρωτιόμαστε μαζί τους για τη μοίρα και τις ανατροπές της.
Η παρουσία του Δημήτρη Στεφανάκη μας ενθουσίασε. Ο λόγος του ήταν χειμαρρώδης, γεμάτος πάθος και ενέργεια. Με ειλικρίνεια και αμεσότητα μάς μετέδωσε τη βαθιά του αγάπη για τη λογοτεχνία. Μας μίλησε όχι μόνο για τους ήρωες του βιβλίου του και την Αλεξάνδρεια, αλλά και για την ανάγκη του ανθρώπου να διηγείται ιστορίες, να αντιστέκεται στην Ιστορία και να δίνει νόημα στη ζωή μέσα από τις λέξεις. Η συζήτηση ήταν ουσιαστική, γεμάτη απορίες, προβληματισμούς και χαμόγελα.
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Έχετε γράψει δύο βιβλία που διαδραματίζονται στην Αλεξάνδρεια. Έχετε κάποια σχέση με την πόλη;
Αφού δεν είχατε σχέση με την Αλεξάνδρεια, από πού αντλήσατε τις απαραίτητες πληροφορίες για να γράψετε το βιβλίο;
Από πού εμπνευστήκατε τους χαρακτήρες στο «Πάντα η Αλεξάνδρεια»;
Ο Κωστής Χάραμης, ένας από τους χαρακτήρες του βιβλίου, βασίζεται σε κάποιο πραγματικό πρόσωπο; Θυμίζει έντονα τον Νέστωρα Τσανακλή, τον καπνοβιομήχανο από την Κομοτηνή.
Ο τίτλος του βιβλίου σας είναι Πάντα η Αλεξάνδρεια. Υπάρχει κάποιο κρυφό μήνυμα πίσω από αυτόν;
Για τον Καβάφη, η Αλεξάνδρεια είναι σύμβολο. Για εσάς τι σημαίνει;
Στο βιβλίο σας λέτε πως “Tα βάλαμε με την ιστορία και μας βγήκε σε καλό”. Τι σημαίνει αυτή η φράση;
αφήνουμε την ιστορία να μας πάει όπου θέλει αυτή! Ο άνθρωπος οφείλει να τα βάζει με την ιστορία, ακόμη κι αν του βγει σε κακό. Στην ιστορία δεν κερδίζεις πάντα, αλλά με κάποιον τρόπο τη νικάς. Παράδειγμα, ο Τσε Γκεβάρα ή ο Λεωνίδας, δύο διάσημοι ηττημένοι, που όμως έγιναν σύμβολα.
Έχετε γράψει το δοκίμιο Η λογοτεχνία σου αλλάζει τη ζωή. Πώς επηρεάζει η λογοτεχνία τους νέους ανθρώπους;
Στο βιβλίο λέτε πως η λογοτεχνία είναι τσαρλατανισμός. Δεν έρχεται αυτό σε αντίθεση με όσα μόλις είπατε;
αλλά είναι καλό να αυτοαναιρείσαι, να υπάρχει αντίλογος. Η λογοτεχνία αποτυπώνει την πραγματικότητα, και στην πραγματικότητα υπάρχει και το χιούμορ, το πείραγμα.
Η αφήγηση στα δύο πρώτα μέρη γίνεται από τη μεριά της Δάφνης σε τρίτο πρόσωπο, ενώ στο τρίτο μέρος από τη μεριά του Γιώργου Σιφναίου, σε πρώτο πρόσωπο. Πώς αποφασίσατε αυτή την αλλαγή;
Η σχέση μητέρας-κόρης στο βιβλίο είναι δύσκολη. Η Δάφνη συγχώρησε τη Χάικε; Κατάλαβε γιατί η Χάικε έφυγε;
Πιστεύετε πως η εγκατάλειψη της Δάφνης από τη μητέρα της έπαιξε σημαντικό ρόλο στη ζωή της;
Έχει συμβεί στη ζωή σας κάποια ανατροπή που άλλαξε τον τρόπο γραφής σας;
Στο βιβλίο αναφέρετε: “Τους αγαπημένους σου πρέπει να τους προσέχεις, όπως ο συγγραφέας τους αναγνώστες, να τους δίνεις μια ιδέα για το τι θα γίνει”. Εσείς πώς το εννοείτε αυτό;
Περιμέναμε πως μια γυναίκα θα είχε λιγότερη ελευθερία από τη Δάφνη εκείνη την εποχή. Οφείλεται αυτό στην κοινωνική της θέση ή στο κλίμα της Αλεξάνδρειας;
Γνωρίζετε από την αρχή της συγγραφής την πλοκή και το τέλος ή τα διαμορφώνετε στην πορεία;
Ποιος είναι ο αγαπημένος σας χαρακτήρας στο Πάντα η Αλεξάνδρεια;
Θα χρησιμοποιούσατε ποτέ την τεχνητή νοημοσύνη για να γράψετε κάποιο έργο σας;
Θα θέλαμε να ευχαριστήσουμε θερμά τον Δημήτρη Στεφανάκη για την παρουσία του στο σχολείο μας, για τον χρόνο, τον λόγο και τη γενναιοδωρία του. Η συζήτηση μαζί του μάς άνοιξε ορίζοντες και μας ενέπνευσε να δούμε τη λογοτεχνία όχι ως κάτι απόμακρο ή σχολικό, αλλά ως ζωντανή εμπειρία.
-
Των Σοφίας Δημητρού, Χριστίνας Μοσχάκη, Νουρ Μπαγδατλή, Κορίνας Παπάζογλου, Αγγελίνας Παπαλαζάρου, Φρειδερίκης Πουπουζή, Πέτρου Χαμαλίδη, ...
-
Των Βάσια Ευτυχιάκου, Γιώργου Κίσσα, Νουρ Μπαγδατλή, Θεοδοσία Τσουλφά, Πέτρου Χαμαλίδη, Κωνσταντίνου Χαριτίδη, Κωνσταντίνα Ψιλλάκη Η Λέσχ...
-
Η Claire Keegan, στο ‘Μικρά πράγματα σαν κι αυτά’, ξεδιπλώνει την ιστορία του Μπιλ Φέρλονγκ, ενός οικογενειάρχη άντρα που μεγάλωσε ...















