Wednesday, June 25, 2025

‘Μικρά πράγματα σαν κι αυτά’, βιβλιοκριτική της Κορίνας Παπάζογλου



   




    Η Claire Keegan, στο ‘Μικρά πράγματα σαν κι αυτά’, ξεδιπλώνει την ιστορία του Μπιλ Φέρλονγκ, ενός οικογενειάρχη άντρα που μεγάλωσε με τις δυσκολίες και τις ενοχές μιας ανύπαντρης μητέρας στη συντηρητική και βαθιά θρησκευόμενη Ιρλανδία. Ο Μπιλ, πατέρας πλέον πέντε κοριτσιών, με μια σύζυγο που τον αγαπά, την Αϊλίν, αγωνίζεται να επιβιώσει παραδίδοντας κάρβουνα με το φορτηγό του, αντιμετωπίζοντας τη φτώχεια και τις προκαταλήψεις της δεκαετίας του 1980 σε μια μικρή ιρλανδική πόλη. Μία κρύα παραμονή Χριστουγέννων, ο Μπιλ ανακαλύπτει μια νεαρή κοπέλα στην αποθήκη ενός μοναστηριού και τότε ξυπνούν μέσα του οι αναμνήσεις από τη δική του παιδική ηλικία, τη βοήθεια και την καλοσύνη που κάποτε έλαβε από τη χήρα Γουίλσον, που στήριξε την ανύπαντρη μητέρα του, αλλά και τη σιωπή της κοινωνίας απέναντι στην αδικία. Οι αναμνήσεις τού ζητούν επιτακτικά να δράσει. Ύστερα από μια βασανιστική πάλη με τη συνείδησή του και συζητήσεις με τη σύζυγό του, που τον παρακαλεί να μην ανακατευτεί, καθώς η σύγκρουση με το καθολικό μοναστήρι θα αποβεί εις βάρος όλης της οικογένειας, αλλά και αναλογιζόμενος το μέλλον των δικών του κοριτσιών, αποφασίζει να βοηθήσει τη νεαρή κοπέλα, σώζοντάς την.

  Το βιβλίο αναφέρεται σε πραγματικά γεγονότα και, συγκεκριμένα, στα λεγόμενα “Πλυντήρια της Μαγδαληνής” στην Ιρλανδία, όπου νεαρές κοπέλες και ανύπαντρες μητέρες αναγκάζονταν να εργάζονται σε άθλιες συνθήκες καταναγκαστικής εργασίας. Πρόκειται για ένα τεράστιο οικονομικό και ηθικό σκάνδαλο που συντάραξε τη χώρα και την Καθολική Εκκλησία. Την Keegan, όμως, δεν την απασχολεί να διερευνήσει το θέμα αυτό, καθώς τα γεγονότα έχουν ήδη αποτελέσει αντικείμενο έρευνας από δημοσιογράφους και έχουν απεικονιστεί σε βιβλία και ταινίες. Την Keegan τη νοιάζει να δώσει φωνή στο μικρό και ταπεινό και να θέσει ένα ζήτημα που μας απασχολεί όλους, το θέμα της προσωπικής ευθύνης μπροστά στην αδικία που υφίστανται οι άλλοι.

   Ο Μπιλ Φέρλονγκ αναλαμβάνει την ευθύνη, γεγονός που αντικατοπτρίζει την καλή του ανατροφή και τη μεγάλη του καρδιά, αλλά και την ανάγκη του για δικαιοσύνη. Η συγγραφέας, με τον τρόπο της, μας υπενθυμίζει ότι δεν χρειάζονται περίπλοκες πλοκές και έξυπνα κόλπα, αλλά οι απλές καθημερινές κινήσεις, όπως αυτή του Μπιλ, που στην πραγματική ζωή μπορούν να μεταμορφώσουν τον κόσμο γύρω μας. Ο Μπιλ μένει πιστός στις αρχές του, κάνει μια μικρή πράξη καλοσύνης, επαναστατική για τα δεδομένα της θρησκευόμενης Ιρλανδίας, και έτσι σώζει την έγκυο κοπέλα, αλλά και τον εαυτό του. Καθώς όλη η ιστορία διαδραματίζεται τις μέρες των Χριστουγέννων, δεν μπορεί να μη μας περνάει από το μυαλό ότι οι μικρές πράξεις καλοσύνης είναι αυτές που κάνουν τη διαφορά και στο τέλος μετράνε πιο πολύ.  

    Η αφήγηση παρουσιάζει ένα 24ωρο από τη ζωή του Μπιλ Φέρλονγκ, ενώ ξεχωριστό ρόλο παίζουν οι περιγραφές, που δίνουν ζωντανά τη χριστουγεννιάτικη ατμόσφαιρα στη μικρή ιρλανδική πόλη, αλλά και τη φτώχεια των κατοίκων, τις δυσκολίες και την κυριαρχία της  Καθολικής Εκκλησίας. Χαρακτηριστικές σκηνές είναι η βόλτα στο χριστουγεννιάτικο πανηγύρι, τα παιδιά που γράφουν γράμματα στον Άη Βασίλη, αλλά και το παγωμένο τοπίο που κάνει τον αναγνώστη να νιώθει το τσουχτερό κρύο! Και φυσικά, οι καμπάνες της εκκλησίας που ηχούν τρεις φορές τη μέρα και οργανώνουν τη ζωή της πόλης.

  Το ύφος της Keegan είναι απλό, λιτό, χαμηλόφωνο, χωρίς υπερβολές και μελοδραματισμούς που δεν χρειάζονται άλλωστε σε μια τόσο δυνατή ιστορία. Η ευαισθησία της αφήγησης σε κερδίζει, το ίδιο και οι πειστικοί διάλογοι που φανερώνουν τους χαρακτήρες των ηρώων και τις αντιλήψεις τους. Και βέβαια, ένας χαρακτήρας που ξεχωρίζει: αυτός του Μπιλ Φέρλονγκ, που δεν γίνεται να μην αγαπήσεις! 

   Η Keegan, όχι αδίκως, έχει χαρακτηριστεί “θεά των μικρών πραγμάτων”, και η αλήθεια είναι ότι μέσα από τα μικρά πράγματα καταφέρνει να δώσει πιστά τη μεγάλη εικόνα. Αυτό το μικρό «μεγάλο» βιβλίο αξίζει να διαβαστεί. Και σίγουρα μας ωθεί να αναλογιστούμε: τι κάνει ο καθένας από μας όταν βλέπει μπροστά του την αδικία;

Friday, June 20, 2025

Ο Άρης Αλεξανδρής μιλά για τον Ιγνάτιο, την Κομοτηνή και την απώλεια

 Των Βάσια Ευτυχιάκου, Γιώργου Κίσσα, Νουρ Μπαγδατλή, Θεοδοσία Τσουλφά, Πέτρου Χαμαλίδη, Κωνσταντίνου Χαριτίδη, Κωνσταντίνα Ψιλλάκη


Η Λέσχη Φιλαναγνωσίας του 3ου Πειραματικού ΓΕΛ είχε τη χαρά να συνομιλήσει με τον Άρη Αλεξανδρή, συγγραφέα του μυθιστορήματος «Πώς ο Ιγνάτιος Καραθοδωρής έχασε τα πάντα». Ένα βιβλίο που αγαπήθηκε από τους μαθητές, τους διασκέδασε, τους προβλημάτισε, τους έκανε να γελάσουν και να θυμώσουν, ιδιαίτερα με τον Ιγνάτιο, τον πολύ ανθρώπινο πρωταγωνιστή του.

Η συζήτηση μαζί του ήταν άμεση, ειλικρινής και χιουμοριστική. Ο συγγραφέας απάντησε στις απορίες μας, μοιράστηκε ιστορίες από τη φοιτητική του ζωή στην Κομοτηνή και μίλησε για το πώς γράφει, τι τον εμπνέει και πώς βλέπει τη λογοτεχνία. Και φυσικά απάντησε στο ερώτημα αν ο «Γλυκούλης» είναι το γνωστό Goloso στην Κομοτηνή! Το αποτέλεσμα; Μια συζήτηση που απολαύσαμε όσο και το ίδιο το βιβλίο.

Λίγα λόγια για τον συγγραφέα

Ο Άρης Αλεξανδρής γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Σπούδασε Νομική στην Κομοτηνή, αλλά από νωρίς είχε καταλάβει ότι η δικηγορία δεν ήταν το δικό του μονοπάτι. Εργάστηκε ως κειμενογράφος στον χώρο της διαφήμισης και πλέον είναι αρθρογράφος στην εφημερίδα Καθημερινή. Η συγγραφή ήταν πάντα παρούσα στη ζωή του. Το πρώτο του βιβλίο, Πώς ο Ιγνάτιος Καραθοδωρής έχασε τα πάντα, σημείωσε μεγάλη επιτυχία, ενώ ακολούθησετο Τρία επί ψυχής, και ήδη εργάζεται πάνω σε νέο έργο του.

Από την Κομοτηνή στο βιβλίο: βιώματα και χαρακτήρες

Ποιες αναμνήσεις κρατήσατε από την διαμονή σας στην Κομοτηνή;

Για να είμαι ειλικρινής, όταν ήρθα στην Κομοτηνή το 2008 δεν πέρασα και φανταστικά. Οι πρώτες μου εντυπώσεις ήταν ζοφερές. Η πόλη μού φάνηκε κλειστή, λιγότερο ανοιχτή από ό,τι είχα συνηθίσει στην Αθήνα. Το αίσθημα ήταν κλειστοφοβικό. Δεν υπήρχε εύκολη επαφή με τον ντόπιο πληθυσμό. Ένα πνεύμα μυστηρίου περιέβαλλε την πόλη, την οποία ποτέ δεν κατάλαβα πλήρως πώς λειτουργεί, ποιος είναι ο παλμός της.

Δηλαδή η μετάβαση από την Αθήνα σας φάνηκε δύσκολη;

Σίγουρα ήταν μια περίεργη μετάβαση, για την οποία, ίσως, δεν ήμουν εξοπλισμένος τότε. Ήμουν 17. Ίσως να υπερέβαλα, όμως η διαφορά ήταν έντονη. Στην Αθήνα είσαι ανώνυμος, μπορείς να κυκλοφορείς και να είσαι όπως θες. Εδώ, σε γνωρίζουν όλοι. Η ιδιωτικότητα και οι προοπτικές κοινωνικής ζωής δυσχεραίνουν. Βέβαια, τα περισσότερα παιδιά από την Αθήνα περνούν φανταστικά στην Κομοτηνή. Για πολλούς είναι μια ευκαιρία ανεξαρτησίας, βιώνουν μια ελευθερία που δεν είχαν στον οικογενειακό τους περίγυρο. Η διασκέδαση είχε έντονο χαρακτήρα: κάθε μέρα και μια έξοδος, μπουζούκια, ξενύχτια. Για κάποιους αυτή είναι η ιδανική φοιτητική ζωή. Όχι, όμως, για όλους. Τελικά, έχει να κάνει με το τι ψάχνει ο καθένας.

Οι χαρακτήρες στα βιβλία σας βασίζονται σε αληθινά πρόσωπα;

Είναι εμπνευσμένοι, χωρίς όμως να υπάρχουν αυτά τα άτομα. Πολλές φορές αντλώ χαρακτηριστικά από πρόσωπα που γνώρισα ή φαντάστηκα. Για παράδειγμα, το όνομα Κορνηλία προέκυψε από ένα τέχνασμα που είχα κάνει με μια συμφοιτήτριά μου με την οποία φτιάξαμε ψεύτικες κάρτες μέλους στο Cosmopolis. Η λεπτομέρεια αυτή έγινε αφετηρία για έναν ολόκληρο χαρακτήρα. Άλλοι ήρωες, όπως ο κύριος Μαρκέζε ή ο κύριος Γόπας, είναι εμπνευσμένοι από τον επαγγελματικό μου χώρο.

Στο βιβλίο σας υπάρχει ένας εκδότης, ο κ. Μαρκέζε. Είναι βασισμένος σε πραγματικά πρόσωπα;

Ο Μαρκέζε είναι ο πιο πιστός χαρακτήρας που έχω γράψει. Τον έγραφα σχεδόν σαν να τον έβλεπα μπροστά μου. Έβαλα, βέβαια, πολλά δικά μου στοιχεία.

Τελικά τα ΜΜΕ λειτουργούν τόσο αδίστακτα όσο περιγράφετε;

Φοβάμαι πως λειτουργούν ακόμη χειρότερα απ’ ό,τι τους παρουσιάζω. Εγώ τα περιέγραψα ευφημιστικά. Η πραγματικότητα είναι σκληρότερη, και συχνά όσοι δουλεύουν σε αυτόν τον χώρο υποφέρουν. Η περιγραφή των ΜΜΕ βασίζεται σε προσωπική μου εμπειρία. Εγώ προσωπικά επέλεξα να αποφύγω ανθρώπους όπως ο κος Μαρκέζε ή ο κος Γόπας, αλλά τους γνώρισα και είδα πως λειτουργούν

Υπήρχε κάποια αφορμή που σας ώθησε στο γράψιμο;

Δεν υπήρξε κάποια συγκεκριμένη αφορμή. Έγραφα ιστορίες από πάντα. Μέχρι τα 29 μου όμως ένιωθα ανέτοιμος να γράψω κάτι σε μεγάλη φόρμα. Κάπου μέσα μου πίστευα ότι θα συμβεί κάποτε.

Γιατί τελικά αποφασίσετε να γράψετε τη συγκεκριμένη ιστορία;

Η έμπνευση ήρθε από ένα όνειρο. Είδα στον ύπνο μου τον τίτλο του βιβλίου, τον σημείωσα, τον έψαξα και συνειδητοποίησα πως κανείς δεν είχε γράψει κάτι ανάλογο. Αφού βρήκα τον τίτλο, μέσα σε λίγες μέρες, κάνοντας άσχετα πράγματα της καθημερινότητας, δημιούργησα τον σκελετό μιας ιστορίας στο μυαλό μου. Παρότι ξεκίνησε τυχαία, από εκεί και πέρα όλα βασίστηκαν σε προσωπικές εμπειρίες – η μετάβαση από την πόλη στην επαρχία, η δουλειά στα media. Το τυχαίο έγινε οικείο.

Ο Ιγνάτιος, ο πρωταγωνιστής σας, πόση σχέση έχει με σας;

O Ιγνάτιος δεν είναι σίγουρα εγώ! Το ενδιαφέρον ήταν να περιγράψω έναν άνθρωπο που δεν μου μοιάζει, που παίρνει αποφάσεις που εγώ δεν θα έπαιρνα. Θα ήταν εύκολο, αλλά καθόλου ενδιαφέρον, να γράψω κάτι σαν ημερολόγιο. Η πρόκληση ήταν να δημιουργήσω μια προσωπικότητα βασισμένη στις εμπειρίες μου, χωρίς να είναι δική μου αντανάκλαση. Ο Ιγνάτιος δεν είναι εγώ, αλλά είναι κάποιος που μπορώ να «κουμαντάρω». Γενικά, δεν ταυτίζομαι με κανέναν χαρακτήρα του βιβλίου μου. Γιατί ο Ιγνάτιος είναι (και δεν είναι) εξοργιστικός!

Ο Ιγνάτιος είναι μια αμφιλεγόμενη προσωπικότητα. Εσείς τον συμπαθείτε; Όταν διαβάζαμε το βιβλίο συχνά μας φαινόταν εξοργιστικός!

Δεν με ενδιέφερε να είναι ούτε καλός, ούτε κακός. Ήθελα να είναι μη αθώος, ένας χαρακτήρας με αντιφάσεις, χωρίς ξεκάθαρη ηθική τοποθέτηση, ένας χαρακτήρας που τα έχει όλα. Ο Ιγνάτιος δεν κάνει κακό από δόλο, αλλά είναι ανώριμος και συχνά γέρνει προς την ανοησία.

Μας απασχόλησε το μέλλον του Ιγνάτιου. Θα μείνει για πάντα στην Κομοτηνή και θα δουλεύει στον «Γλυκούλη»;

Δεν είμαι σίγουρος. Έχει απογοητευτεί οικτρά από την εμπειρία του στην Αθήνα, κι αυτό τον προσγείωσε. Η Κομοτηνή πλέον δεν του φαίνεται τόσο άσχημη. Σκέφτεται ότι ίσως μπορεί να ζήσει καλά εκεί. Όμως δεν έχει παραιτηθεί από τη φαντασίωση της ζωής στη μεγάληπόλη. Οι μεγάλες προσδοκίες δεν έχουν σβήσει.

Το τέλος του βιβλίου ήταν για εσάς συνειδητά άσχημο;

Δεν θεωρώ το τέλος άσχημο. Είναι ένα είδος συμφιλίωσης. Η ιδέα πως η φαντασίωση του μεγαλείου δεν οδηγεί στην ευτυχία, με απασχολεί πολύ. Πιστεύω ότι τα ταπεινά πράγματα, οι ήσυχες ζωές, είναι συχνά πιο γόνιμες από τις θεαματικές. Το τέλος για μένα είναι ευχάριστο, γιατί θα μπορούσε να είναι πολύ χειρότερο.

Ποιο θα ήταν αυτό το σκληρότερο τέλος;

Θα μπορούσε να είχε μείνει στην Αθήνα, χωρίς δουλειά, χωρίς φίλους, μετά από όλα όσα συνέβησαν. Να φτάσει στον απόλυτο πάτο. Όμως αφηγηματικά, από την αρχή μου φάνηκε πιο συνετό και πειστικό ένα σχήμα κύκλου. Να επιστρέψει εκεί απ’ όπου ξεκίνησε, αλλά μελίγη παραπάνω σοφία.

Είχατε αποφασίσει από την αρχή το τέλος της ιστορίας;

Ναι, από την αρχή το τέλος ήταν δεδομένο και μάλιστα είχα σκεφτεί και την τελευταία φράση. Μου ήρθε πριν ακόμη αρχίσω να γράφω. Ήξερα ότι εκεί θα καταλήξει η ιστορία και στη φράση αυτή θα περικλείεται το νόημα του βιβλίου. 

(Σημείωση: η τελευταία φράση του βιβλίου είναι «Όταν σκέφτομαι πως έχασα τα πάντα, λέω στον εαυτό μου πως ίσως ποτέ δεν είχα τίποτα. Όλα καλά»)

Μιλήστε μας για το ύφος του βιβλίου και της γραφής σας.

Το ύφος, για μένα, υπαγορεύεται πάντα από την ιδέα. Εφόσον ήθελα να αφηγηθώ την περιπέτεια ενός εικοσάχρονου, έπρεπε να γράψω σε απλό ύφος. Αν μιλούσα σαν πανεπιστημιακός, θα ήταν ένα λογοτεχνικό λάθος.   Ο τρόπος που γράφεις πρέπει να ταιριάζει με τον ήρωά σου και τον κόσμο του.

Ποια είναι η σχέση σας με τη λογοτεχνία ως αναγνώστης;

Σίγουρα διαβάζω πολύ χωρίς, όμως, να θεωρώ τον εαυτό μου «τρομερά διαβασμένο». Η βασική μου κλίση ήταν από την αρχή το γράψιμο. Ύστερα ήρθε η ανάγνωση, που εμπλουτίζει τις μεθόδους, τον τρόπο έκφρασης, σου δίνει ιδέες. Κατάλαβα στην πορεία ότι δεν υπάρχει γράψιμο χωρίς ανάγνωση.

Πόσο καιρό σάς πήρε να γράψετε τον «Ιγνάτιο»;

Ακριβώς έναν χρόνο. Είχα ήδη ολοκληρωμένη την ιδέα στο μυαλό μου. Σε άλλες περιπτώσεις μπορεί να χρειαστεί να κάνεις ένα διάλειμμα για να σκεφτείς πως θα εξελιχθεί η ιστορία. Εγώ ήξερα ακριβώς τι θα έγραφα, οπότε το έγραψα μονοκοπανιά.

Υπήρχε πειθαρχία στη διαδικασία του γραψίματος;


Πολύ μεγάλη. Έγραφα στο μετρό, στο λεωφορείο, ακόμα και στην δουλειά. Τότε δούλευα ως κειμενογράφος σε διαφημιστική και αν είχα δέκα λεπτά κενό, άνοιγα το mail μου, έγραφα κάτι και το αποθήκευα. Μπορεί να μην έγραφα κάθε μέρα, αλλά είχα συνέπεια και συχνότητα στη συγγραφή και έτσι μπορούσα να κρατάω επαφή με τον ειρμό μου. Ακόμα και όταν δεν είχα διάθεση, έλεγα στον εαυτό μου "γράψε μια πρόταση, μόνο μία". Αυτός ήταν για μένα ο μόνος βέβαιος τρόπος ότι κάποια στιγμή θα ολοκλήρωνα το βιβλίο μου.

Η επιτυχία του πρώτου βιβλίου σάς ώθησε να γράψετε το δεύτερο


Όχι. Δεν γράφω επειδή κάτι πήγε καλά. Το μόνο μου κίνητρο είναι η ιδέα. Αν έχω μια ιδέα, θεωρώ κρίμα να μην τη γράψω, ακόμη κι αν είναι κακή. Άρχισα να γράφω το επόμενο βιβλίο ένα χρόνο μετά και το ολοκλήρωσα μέσα σε ενάμιση. Ήταν μεγαλύτερο και πολύ διαφορετικό. Σίγουρα, όμως, από μικρός είχα το “ψώνιο” να γράφω βιβλία.

Σε ποιο επίπεδο το Τρία επί Ψυχής ήταν διαφορετικό από το πρώτο σας βιβλίο;


Ήταν γραμμένο στο τρίτο πρόσωπο. Αυτό με απελευθέρωσε. Στον «Ιγνάτιο», λόγω της πρωτοπρόσωπης αφήγησης, μπορούσα να γράψω μόνο ό,τι θα έλεγε ένας εικοσάχρονος. Στο Τρία επί ψυχής, ήμουν πιο ελεύθερος να πω αυτά που ήθελα και έτσι ήμουν πιο πολύ ο εαυτός μου.

Τι σημαίνει για εσάς η απώλεια; Άλλωστε, την βρίσκουμε στον τίτλο του πρώτου σας βιβλίου.


Εξαρτάται. Στον Ιγνάτιο, η απώλεια αφορά φίλους, προοπτικές, αλλά και ψευδαισθήσεις. Στο δεύτερο βιβλίο, είναι απώλεια ανθρώπων. Όμως σε κάθε περίπτωση, για μένα η απώλεια είναι και κάτι πραγματικό και κάτι συμβολικό. Είναι ένα εμπόδιο που πρέπει να ξεπεραστεί. Ο Ιγνάτιος το ξεπερνά γυρίζοντας πίσω, με μια νέα στάση ζωής. Πιστεύω ότι η απώλεια, όσο σκληρή κι αν είναι, είναι μια ευκαιρία για εξέλιξη.

Από τη Νομική στο γράψιμο και από το χειρόγραφο στο τυπογραφείο. 


Με τι ασχολείστε επαγγελματικά σήμερα;


Τα τελευταία χρόνια εργάζομαι στην Καθημερινή, είμαι αρθρογράφος. Πριν από αυτό, δούλευα σε διαφημιστική εταιρεία ως κειμενογράφος. Πάντα η δουλειά μου σχετιζόταν με το γράψιμο. Ήξερα από τότε που σπούδαζα Νομική στην Κομοτηνή ότι δεν θα γινόμουν δικηγόρος.

Γιατί επιλέξατε, τότε, να σπουδάσετε Νομική;


Ήταν το γνωστό οικογενειακό και κοινωνικό στερεότυπο: «Αφού είσαι καλός μαθητής, θα πας Νομική». Με την προσδοκία ότι θα βγάλεις λεφτά. Όμως εγώ ήξερα από το σχολείο κιόλας ότι δεν ήταν αυτό που ήθελα και δε ΘΑ ήμουν ποτέ ευτυχισμένος.  Έκανα μέχρι και άσκηση σε δικηγορικό γραφείο και τότε επιβεβαιώθηκε πλήρως ότι αυτό το επάγγελμα απαιτεί μια «λόξα» που εγώ δεν είχα. Εμένα με τραβούσε το γράψιμο. Γι’ αυτό και άρχισα να ασχολούμαι με περιοδικά και εφημερίδες από τότε, για να βρω μια ισορροπία.

Τι θα συμβουλεύατε ένα νέο παιδί σήμερα για την επαγγελματική του πορεία;


Χρειάζεται ισορροπία. Δεν γίνεται να επιλέξεις ένα επάγγελμα που σε κάνει δυστυχισμένο, ακόμα κι αν υπόσχεται χρήματα ή κύρος. Είναι συνταγή καταστροφής και θα είσαι δυστυχισμένος. Από την άλλη, πρέπει και να μπορείς να ζήσεις. Η χαρά δεν τρώγεται. Οπότε η συμβουλή μου είναι: ναι, να έχεις πάντα στο μυαλό σου το σχέδιό σου, αυτό που θέλεις να κάνεις. αλλά κράτα και μια βάση που σε βοηθάει οικονομικά. Είναι καλό να έχεις κάποιες συμβατικές σπουδές που να σου επιτρέπουν να βιοπορίζεσαι. Τελικά, όποια κατεύθυνση και αν επιλέξεις, χρησιμοθηρική ή ιδεαλιστική, τον δρόμο σου μπορείς να τον βρεις. Η σχολή δεν καθορίζει τη ζωή σου κι αυτό γιατί οι επιλογές στη ζωή διασταυρώνονται κι αλλάζουν.

Πιστεύετε ότι ο συγγραφέας πρέπει ή μπορεί να εντάσσει τον εαυτό του στα έργα του;


Παλιά ήμουν τελείως αντίθετος. Τώρα όμως, όχι. Με έχουν επηρεάσει συγγραφείς όπως ο Φίλιπ Ροθ και η Τζόαν Ντίντιον, τους οποίους θεωρώ εξαιρετικούς, που ενέπλεκαν τον εαυτό τους στη γραφή τους. Ο Ροθ, για παράδειγμα, είχε ένα alter ego που εμφανιζόταν στα βιβλία του και ήταν ο ίδιος και ταυτόχρονα όχι. Θεωρώ, όμως, ότι για να το κάνεις αυτό, πρέπει να έχεις μια ενδιαφέρουσα ζωή. Εγώ ειλικρινά δεν θεωρώ ότι ζω κάτι τόσο αξιοπερίεργο. Αν είχα, ίσως το έκανα.

Ήταν εύκολη η διαδικασία της έκδοσης του βιβλίου σας;


Καθόλου. Επειδή δούλευα στα media, είχα την ψευδαίσθηση ότι θα μου απαντήσουν αμέσως θετικά. Έστειλα το χειρόγραφο σε πολλούς εκδοτικούς, οι περισσότεροι δεν απάντησαν καν ή μου είπαν ότι δεν ταίριαζε στο πρόγραμμά τους. Ακόμα κι όταν προσπάθησα να χρησιμοποιήσω «μέσο», έφαγα πόρτα! Το άφησα για λίγο, μέχρι που το διάβασε μια επιμελήτρια που της άρεσε, κι έτσι άνοιξε ο δρόμος.

Πιστεύω ότι το βασικό πρόβλημα στις εκδόσεις είναι αν θα φτάσει το κείμενό σου στα σωστά χέρια. Οι εκδοτικοί λαμβάνουν τεράστιο όγκο χειρογράφων κάθε εβδομάδα, μέχρι και 30 βιβλία. Δεν προλαβαίνουν να τα διαβάσουν. Οι εκδοτικοί συχνά είναι υποστελεχωμένοι, ενώ η ελληνική αγορά βιβλίου είναι μικρή Έτσι, καταλήγουν να εκδίδουν είτε ονόματα που ήδη γνωρίζουν είτε συγγραφείς που έρχονται με συστάσεις. Είναι σπάνιο να προτιμήσουν έναν άγνωστο. Η μόνη λύση για να αλλάξει αυτό είναι να αυξηθεί ο αριθμός των αναγνωστών.

Υπήρξε κάποια παρέμβαση από τον εκδοτικό οίκο στο βιβλίο σας, στην πλοκή ή τους χαρακτήρες;


Όχι ιδιαίτερες. Μόνο στην αρχή αφαιρέθηκε ένα κομμάτι που δεν τους φάνηκε σχετικό με την πλοκή.

Τελικά, τι θυμόσαστε έντονα από την παραμονή σας στην Κομοτηνή;


Εντάξει… ήταν σίγουρα οι έντονες στιγμές διασκέδασης. Και κάπου εδώ σταματάω γιατί ξέρω ότι απευθύνομαι σε μαθητές!


Και μια τελευταία ερώτηση. Τελικά ο Γλυκούλης είναι το γνωστό Golosso της Κομοτηνής;


Ναι!! Ο Γλυκούλης είναι το Golosso, χωρίς δεύτερη σκέψη. Ήταν σημείο αναφοράς για όλους μας, όχι μόνο για τις γεύσεις, αλλά για το κέφι των εργαζομένων. Οι διαφημίσεις του δε, ήταν έμπνευση από μόνες τους. Δεν υπήρχε περίπτωση να μη βρει τον δρόμο του στο βιβλίο!


Η συνέντευξη με τον Άρη Αλεξανδρή ήταν από εκείνες τις συζητήσεις που αφήνουν κάτι. Μια αίσθηση ειλικρίνειας, μια δόση χιούμορ, πολλές απαντήσεις και άλλες τόσες σκέψεις. Τον ευχαριστούμε θερμά για την προθυμία του, και για το ότι μας έκανε να δούμε τον Ιγνάτιο, και ίσως και τον εαυτό μας, λίγο πιο καθαρά. 

Εις το επανιδείν… στην επόμενη βιβλιογραφική πρόταση.

Κριτική Βιβλίου Πώς ο Ιγνάτιος Καραθοδωρής έχασε τα πάντα από την Αγγελίνας Παπαλαζάρου

 

Άρης Αλεξανδρής

Εκδόσεις Μεταίχμιο





    Συχνά, επικρατεί η άποψη ότι ένα καλό βιβλίο πρέπει να διαθέτει εξεζητημένη γλώσσα και περίτεχνο ύφος. Όμως ο Άρης Αλεξανδρής με το βιβλίο του «Πώς ο Ιγνάτιος Καραθεοδωρής έχασε τα πάντα» καταρρίπτει αυτό το στερεότυπο. Το μυθιστόρημα πραγματεύεται την πορεία ενός νέου, του Ιγνάτιου, ο οποίος μεγαλωμένος σε μια μικρή  κοινωνία σαν της Κομοτηνής βρίσκεται στην Αθήνα για σπουδές. Εκεί, εντυπωσιασμένος από την πληθωρικότητα της μεγάλης πόλης, αισθάνεται επιτέλους απελευθερωμένος από τον επαρχιακό τρόπο ζωής που τόσο τον έπνιγε και τους μίζερους μικροαστούς γονείς του και ξεκινάει γεμάτος φιλοδοξίες να πραγματοποιήσει τα όνειρα του για μια «μεγάλη ζωή». Στην Αθήνα  κάνει φιλίες, χάνει κάποιες παλαιότερες, γνωρίζει τον έρωτα, ασχολείται επαγγελματικά για πρώτη φορά με τα ΜΜΕ, το αντικείμενο το οποίο σπουδάζει και ανακαλύπτει όλες τις πλευρές της δημοσιογραφίας, ακόμα και τις πιο σκοτεινές. Στο τέλος, όμως, χάνει τα πάντα. Το πώς και το γιατί είναι ερωτήματα που απαντώνται μόνο μέσα από την ανάγνωση του βιβλίου.

  Στο βιβλίο θίγονται σύγχρονα θέματα, όπως ο ρόλος των ΜΜΕ και η επιρροή τους στην καθημερινότητα των ανθρώπων, αλλά  και ζητήματα δημοσιογραφικής δεοντολογίας. Το ερώτημα τίθεται επίμονα: σε ποιο σημείο μια δημοσίευση προσωπικών πληροφοριών σταματάει να είναι απλά μία είδηση και ένα άκακο θέμα συζήτησης, και ξεκινάει να αποτελεί προσβολή; Ένα άλλο θέμα είναι πώς ένας νέος διαμορφώνει το χαρακτήρα του, για πρώτη φορά μακριά από την οικογένεια του, τα διλήμματα τα οποία αντιμετωπίζει και τις αποφάσεις που καλείται να πάρει, αλλά και πώς διαχειρίζεται την αποτυχία. Και φυσικά η φιλία και ο έρωτας, κομβικά σημεία στις ζωές των νέων, που δοκιμάζονται στη μεγάλη πόλη. Θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς, πώς πρόκειται για ένα coming of age  μυθιστόρημα, όπου ένας νέος προσπαθεί να βρει τη θέση του στον σύγχρονο κόσμο. Άλλωστε και ο συγγραφέας Άρης Αλεξανδρής είναι ένας πρωτοεμφανιζόμενο συγγραφέας, νεαρός σε ηλικία,  που σπούδασε ο ίδιος στην Κομοτηνή και συχνά μας κάνει να σκεφτόμαστε πώς πολλά από αυτά που περιγράφει στηρίζονται σε δικές του εμπειρίες.  Ο ίδιος ο Ιγνάτιος αποτελεί μια ιδιαίτερα αμφιλεγόμενη προσωπικότητα, ένας ήρωας που δεν ξέρεις αν συμπαθείς ή αντιπαθείς. Είναι ένας νέος, δίχως συγκεκριμένο στόχο και όνειρα για το μέλλον του, πέρα από το να ανεξαρτητοποιηθεί. Έτσι, και όλες του οι αποφάσεις είναι επιπόλαιες, χωρίς έχει να προηγηθεί βαθύτερη σκέψη, οδηγώντας τον σε μικρά ή μεγαλύτερα προβλήματα, και βιώνοντας τελικά ένα ταξίδι αυτογνωσίας.  Η αφήγηση γίνεται σε πρώτο πρόσωπο, από τον ίδιο τον Ιγνάτιο, με χιούμορ και αρκετές δόσεις κυνισμού. Και αυτή ακριβώς είναι και η γοητεία του βιβλίου, καθώς η φρέσκια, νεανική και συχνά σαρκαστική γραφή αντικατοπτρίζουν με ειλικρίνεια την σύγχρονη πραγματικότητα, κάνοντας την ανάγνωση συναρπαστική.  Συνοψίζοντας, να τονίσουμε ότι το διάβασμα αυτού του βιβλίου είναι μια γνήσια απόλαυση! Ο Άρης Αλεξανδρής μάς παραδίδει ένα έργο ζωντανό, ευφυές και απροσδόκητο, που σε ρουφάει από την πρώτη σελίδα. Είναι ιδανικό για νέους αναγνώστες που κάνουν τα πρώτα τους βήματα στον κόσμο της φιλαναγνωσίας, αλλά και για όσους αναζητούν ένα βιβλίο με χιούμορ, έντονο ρυθμό και ανατροπές. Ο Άρης Αλεξανδρής είναι σίγουρα ένας συγγραφέας του οποίου τα βιβλία ανυπομονούμε να διαβάσουμε στο μέλλον!

Δημήτρης Στεφανάκης: Ένας Συγγραφέας Εξερευνά την Αλεξάνδρεια της Μνήμης και της Ιστορίας



Των Σοφίας Δημητρού, Χριστίνας Μοσχάκη, Νουρ Μπαγδατλή, Κορίνας Παπάζογλου, Αγγελίνας Παπαλαζάρου, Φρειδερίκης Πουπουζή, Πέτρου Χαμαλίδη, Κωνσταντίνας
Ψιλλάκη.
Μεγάλη ήταν η χαρά μας όταν φιλοξενήσαμε στο σχολείο μας, το 3ο Πειραματικό ΓΕΛ Κομοτηνής, τον συγγραφέα Δημήτρη Στεφανάκη, σε μια ξεχωριστή συνάντηση με τον Όμιλο Φιλαναγνωσίας. Αφορμή για τη συζήτηση στάθηκε το μυθιστόρημά του Πάντα η Αλεξάνδρεια, το οποίο είχαμε διαβάσει με μεγάλο ενδιαφέρον.

Το Πάντα η Αλεξάνδρεια είναι ένα μυθιστόρημα που συνεχίζει την αφήγηση από τις Μέρες Αλεξάνδρειας, μεταφέροντάς μας σε έναν κόσμο γεμάτο ιστορία, μνήμη, έρωτα και απώλεια.
Πρωταγωνίστρια αυτή τη φορά είναι η Δάφνη Χάραμη, ένα κορίτσι που γνωρίσαμε ως παιδί και τώρα τη βλέπουμε να μεγαλώνει και να χαράζει τον δικό της δρόμο μέσα σε έναν ταραγμένο κόσμο. Διαβάζοντας το βιβλίο, νιώσαμε σαν να περπατάμε κι εμείς στους δρόμους της Αλεξάνδρειας, να καθόμαστε στα καφέ της, να ακούμε τις φωνές των ηρώων και να αναρωτιόμαστε μαζί τους για τη μοίρα και τις ανατροπές της.

Η παρουσία του Δημήτρη Στεφανάκη μας ενθουσίασε. Ο λόγος του ήταν χειμαρρώδης, γεμάτος πάθος και ενέργεια. Με ειλικρίνεια και αμεσότητα μάς μετέδωσε τη βαθιά του αγάπη για τη λογοτεχνία. Μας μίλησε όχι μόνο για τους ήρωες του βιβλίου του και την Αλεξάνδρεια, αλλά και για την ανάγκη του ανθρώπου να διηγείται ιστορίες, να αντιστέκεται στην Ιστορία και να δίνει νόημα στη ζωή μέσα από τις λέξεις. Η συζήτηση ήταν ουσιαστική, γεμάτη απορίες, προβληματισμούς και χαμόγελα.

Λίγα λόγια για τον συγγραφέα


Ο Δημήτρης Στεφανάκης γεννήθηκε στην Αθήνα και σπούδασε Νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Είναι πολυβραβευμένος συγγραφέας και μεταφραστής, με έργα που έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες και έχουν διακριθεί στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Το μυθιστόρημά του Μέρες Αλεξάνδρειας απέσπασε το Prix Méditerranée Étranger το 2011 στη Γαλλία. Με έντονη αγάπη για τη γαλλική λογοτεχνία και βαθιά γνώση της παγκόσμιας λογοτεχνικής παράδοσης, ο Στεφανάκης εξερευνά στα έργα του τις σχέσεις Ιστορίας και μνήμης, ανθρώπων και τόπων, δημιουργώντας πολυπρόσωπες και ατμοσφαιρικές αφηγήσεις.

Έχετε γράψει δύο βιβλία που διαδραματίζονται στην Αλεξάνδρεια. Έχετε κάποια σχέση με την πόλη;


Δεν έχω καμία προσωπική σχέση με την Αλεξάνδρεια. Η ιδέα γεννήθηκε όταν μετέφρασα το βιβλίο του διάσημου φωτογράφου, συγγραφέα και ερευνητή Michael Haag. Στο έργο του Αλεξάνδρεια, η πόλη της μνήμης κάνει ένα φιλολογικό, κοινωνικό και πολιτικό πορτρέτο της πόλης. Το βιβλίο κινείται ανάμεσα στο ρεπορτάζ και το δοκίμιο και αναδεικνύει την Αλεξάνδρεια με τρόπο μοναδικό. Μου άρεσε αυτό το περιβάλλον. Εκείνη την περίοδο έψαχνα ένα λευκό φόντο για να ξεκινήσω ένα μυθιστόρημα. Η Αλεξάνδρεια αποδείχθηκε ιδανική πόλη για αυτό που είχα στο μυαλό μου.

Αφού δεν είχατε σχέση με την Αλεξάνδρεια, από πού αντλήσατε τις απαραίτητες πληροφορίες για να γράψετε το βιβλίο;


Πρέπει να κάνεις προσεκτική έρευνα. Δεν είναι το πιο δύσκολο πράγμα στον κόσμο, αλλά απαιτεί δουλειά. Πρώτα, πρέπει να γνωρίζεις από πού θα αντλήσεις τα στοιχεία σου. Να διαβάσεις, να δεις ταινίες, να ακούσεις μαρτυρίες, να ταξιδέψεις. Αφού κατέληξα στην πλοκή και τους χαρακτήρες, άρχισα να αναζητώ στοιχεία που θα με βοηθούσαν να δημιουργήσω μια πειστική ατμόσφαιρα: τους ανθρώπους, τα φαγητά, τα ρούχα, την τοπογραφία της πόλης, την καθημερινότητα της εποχής. Και φυσικά, είναι απαραίτητο να γνωρίζεις με ακρίβεια το ιστορικό πλαίσιο.

Από πού εμπνευστήκατε τους χαρακτήρες στο «Πάντα η Αλεξάνδρεια»;


Πέρυσι, στις αρχές του 2024, συμφώνησα με τον εκδότη μου να προχωρήσουμε στην τρίτη έκδοση του βιβλίου μου Μέρες Αλεξάνδρειας. Μου πρότεινε να προσθέσω κάτι που θα διαφοροποιούσε αυτή την έκδοση και θα την εμπλούτιζε. Έτσι, σκέφτηκα να γράψω ένα νέο κεφάλαιο, πηγαίνοντας την ιστορία λίγο παρακάτω. Η Δάφνη, στο τέλος του πρώτου βιβλίου, είναι ακόμη ένα κοριτσάκι, προστατευμένο από τον πατέρα της, χωρίς να έχει αποκαλύψει πλήρως τον χαρακτήρα της. Δεν της είχα δώσει τότε μεγάλη σημασία. Ξαφνικά, όμως, «βγήκε» από το συγγραφικό μου ασυνείδητο ως ένας ολοκληρωμένος χαρακτήρας. Από εκεί και πέρα άρχισα να χτίζω τους ήρωες που θα την πλαισίωναν. Έτσι, χαρακτήρες που είχαν μικρό ρόλο στις Μέρες Αλεξάνδρειας, όπως η οικογένεια Ζακό, τώρα παίρνουν το αίμα τους πίσω και γίνονται πρωταγωνιστές.

Ο Κωστής Χάραμης, ένας από τους χαρακτήρες του βιβλίου, βασίζεται σε κάποιο πραγματικό πρόσωπο; Θυμίζει έντονα τον Νέστωρα Τσανακλή, τον καπνοβιομήχανο από την Κομοτηνή.


Μελέτησα τον Τσανακλή διεξοδικά, γιατί πίστεψα ότι πάνω στον χαρακτήρα του θα μπορούσα να στηρίξω έναν δικό μου. Περισσότερα, όμως, στοιχεία του Τσανακλή βρίσκονται στον Αντώνη Χάραμη, τον πατέρα του Κωστή, τον πατριάρχη της οικογένειας. Η πορεία του είναι παρόμοια: έρχεται φτωχός στην Αίγυπτο, μαζεύει γόπες από τον δρόμο και τελικά χτίζει μια περιουσία. Είχα επισκεφθεί στο Κάιρο το σημείο όπου ο Τσανακλής είχε το εργοστάσιό του. Είδα φωτογραφίες και όλο αυτό το μετέφερα στο βιβλίο, το περιέγραψα μέσα από την Αλεξάνδρεια της μυθοπλασίας.


Ο τίτλος του βιβλίου σας είναι Πάντα η Αλεξάνδρεια. Υπάρχει κάποιο κρυφό μήνυμα πίσω από αυτόν;


Δεν μου αρέσει να δίνω μηνύματα. Ο τίτλος, ωστόσο, είναι κάτι που πάντα με προβληματίζει. Οι ζωγράφοι και οι ποιητές βρίσκουν υπέροχους τίτλους, ενώ για τους πεζογράφους είναι πιο δύσκολο. Ο μεγάλος όγκος λέξεων που διαχειριζόμαστε μάς κάνει να χάνουμε το δέντρο και να βλέπουμε το δάσος. Ο τίτλος είναι σαν να επιλέγεις εκείνο το ένα δέντρο που θα κοσμήσει το βιβλίο. Τελικά, όμως, ο τίτλος δεν έχει τόση σημασία. Σπουδαία βιβλία συχνά έχουν τετριμμένους τίτλους. Σημασία έχει τι λέει μέσα το βιβλίο. Ένας ευφάνταστος τίτλος δεν σώζει ένα κακό κείμενο.

Για τον Καβάφη, η Αλεξάνδρεια είναι σύμβολο. Για εσάς τι σημαίνει;


Ο Καβάφης δημιούργησε τη δική του Αλεξάνδρεια και όλοι «πατήσαμε» πάνω σε αυτό. Αφού εκείνος επινόησε τη δική του πόλη, εμείς, όπως εγώ ή ο Τσίρκας, θεωρήσαμε ότι μπορούμε να κάνουμε το ίδιο: να δημιουργήσουμε τις δικές μας Αλεξάνδρειες. Πρόκειται για επινοημένες πόλεις, που δεν ταυτίζονται με την πραγματική Αλεξάνδρεια. Η διαφορά, όμως, είναι ότι στον Καβάφη η δράση εκτυλίσσεται κυρίως σε κλειστούς χώρους· προσφέρει επεισόδια δωματίου. Εγώ βγαίνω έξω, στα καφέ, στους δρόμους, στη θάλασσα, μιλάω με ανθρώπους. Αν ο Καβάφης κάνει μουσική δωματίου, εγώ γράφω κάτι πιο συμφωνικό, πιο ευρύ.

Στο βιβλίο σας λέτε πως “Tα βάλαμε με την ιστορία και μας βγήκε σε καλό”. Τι σημαίνει αυτή η φράση;


Η ιστορία είναι δύσκολο να ξεπεραστεί. Μπορεί να κάνουμε σχέδια κι εκείνη να μας τα ανατρέπει. Σκεφτείτε μόνο πόσα σχέδια ανατράπηκαν εξαιτίας του κορονοϊού, μιας ιστορικής συνθήκης. Ο άνθρωπος πρέπει να αντιστέκεται στην ιστορία και να μην τα παρατάει. Αν δεν είχε υπάρξει αντίσταση στη ναζιστική Γερμανία, ποια θα ήταν η έκβαση; Αλίμονο, αν
αφήνουμε την ιστορία να μας πάει όπου θέλει αυτή! Ο άνθρωπος οφείλει να τα βάζει με την ιστορία, ακόμη κι αν του βγει σε κακό. Στην ιστορία δεν κερδίζεις πάντα, αλλά με κάποιον τρόπο τη νικάς. Παράδειγμα, ο Τσε Γκεβάρα ή ο Λεωνίδας, δύο διάσημοι ηττημένοι, που 
όμως έγιναν σύμβολα.

Έχετε γράψει το δοκίμιο Η λογοτεχνία σου αλλάζει τη ζωή. Πώς επηρεάζει η λογοτεχνία τους νέους ανθρώπους;


Η λογοτεχνία δεν σε αλλάζει απαραίτητα ούτε σε κάνει καλύτερο άνθρωπο, αλλά σε κάνει πιο προσεκτικό, πιο διακριτικό, σου δίνει φινέτσα. Σε βοηθά να εκφράσεις τον έρωτά σου ή να καταλάβεις τις γυναίκες κάνει πλάσματα πιο τέλεια. Η λογοτεχνία μπορεί να σε βοηθήσει να αποκτήσεις γενική παιδεία και έναν πιο ευαίσθητο τρόπο να βλέπεις τη ζωή.

Στο βιβλίο λέτε πως η λογοτεχνία είναι τσαρλατανισμός. Δεν έρχεται αυτό σε αντίθεση με όσα μόλις είπατε;


Η φράση αυτή έρχεται από τον Έρνεστο Σάμπατο. Ήταν σπουδαίος συγγραφέας, που ξεκίνησε ως φυσικός και μάλιστα διέπρεψε στην επιστήμη του. Όταν παράτησε την φυσική για να στραφεί στη λογοτεχνία, του είπαν οι συνάδελφοί του: «Μα καλά, αφήνεις την επιστήμη για τον τσαρλατανισμό;». Δεν πιστεύω ότι η λογοτεχνία είναι τσαρλατανισμός,
αλλά είναι καλό να αυτοαναιρείσαι, να υπάρχει αντίλογος. Η λογοτεχνία αποτυπώνει την 
πραγματικότητα, και στην πραγματικότητα υπάρχει και το χιούμορ, το πείραγμα.

Η αφήγηση στα δύο πρώτα μέρη γίνεται από τη μεριά της Δάφνης σε τρίτο πρόσωπο, ενώ στο τρίτο μέρος από τη μεριά του Γιώργου Σιφναίου, σε πρώτο πρόσωπο. Πώς αποφασίσατε αυτή την αλλαγή;


Με αυτόν τον τρόπο κέρδισα κάποιες σελίδες. Άφησα ανοιχτό αν η Δάφνη και ο Φιλίπ θα κατάφερναν να διαφύγουν από την Αλεξάνδρεια και να φτάσουν στη Μασσαλία. Μετά η δράση μεταφέρεται εκεί, σε καινούριο σκηνικό, με άλλον αφηγητή. Έτσι, δεν χρειάστηκε να περιγράψω πώς έφυγαν από την Αλεξάνδρεια. Η Μασσαλία είναι μια νέα συνθήκη, και απαιτεί έναν νέο αφηγητή.

Η σχέση μητέρας-κόρης στο βιβλίο είναι δύσκολη. Η Δάφνη συγχώρησε τη Χάικε; Κατάλαβε γιατί η Χάικε έφυγε;


Πραγματικά, δεν ξέρω ούτε κι εγώ! Τι λέτε εσείς; Κάποιοι ήρωες αυτονομούνται τόσο πολύ που είναι σαν να τους έχεις απέναντί σου. Αυτό δεν είναι αδυναμία του συγγραφέα. Ίσα-ίσα, πρέπει να αφήνουμε χώρο στους ήρωες και στους αναγνώστες να υποψιαστούν και να φανταστούν τι συμβαίνει. Χαίρομαι που η συζήτηση έχει φτάσει σε αυτό το σημείο, ώστε ο καθένας από σας να εκφράζει την άποψη του για την τύχη των ηρώων.

Πιστεύετε πως η εγκατάλειψη της Δάφνης από τη μητέρα της έπαιξε σημαντικό ρόλο στη ζωή της;


Νομίζω πως ναι. Αλλά το καταλαβαίνει καλύτερα η γυναίκα μου, η οποία μου έλεγε ότι έπρεπε να συζητήσω περισσότερο αυτή τη σχέση με τους αναγνώστες μου. Μου έλεγε ότι ως αναγνώστης ένιωθε ένα κενό και ήθελε να μάθει τι έκανε η Χάικε όλα αυτά τα χρόνια. Την Χάικε δεν την είχα παρουσιάσει αρκετά. Ήταν μια γυναίκα που απλώς εξαφανίζεται. Η σκηνή στο τέλος, όπου την βλέπει ο Σιφναίος, είναι μια προσπάθεια να δώσω συγκίνηση και αλλά και εξήγηση, χωρίς όμως να γίνομαι μελοδραματικός.

Έχει συμβεί στη ζωή σας κάποια ανατροπή που άλλαξε τον τρόπο γραφής σας;


Πολλές. Κάποιες δεν μπορώ να σας τις πω. Η ζωή είναι μικρή, αλλά είναι και μεγάλη. Ο Καμύ γράφει στον Ξένο ότι ένας άνθρωπος μπορεί με τις αναμνήσεις μιας μέρας να ζήσει 20 χρόνια στη φυλακή. Η ζωή είναι πλούσια και με μία ανατροπή, αλλάζουν όλα. Ο άνθρωπος δεν σταματά να κάνει λάθη. Ένας καλός συγγραφέας αυτό ακριβώς αποτυπώνει, την ανθρώπινη κατάσταση.

Στο βιβλίο αναφέρετε: “Τους αγαπημένους σου πρέπει να τους προσέχεις, όπως ο συγγραφέας τους αναγνώστες, να τους δίνεις μια ιδέα για το τι θα γίνει”. Εσείς πώς το εννοείτε αυτό;


Είναι αυτό που οι φιλόλογοι λένε προοικονομία. Δεν μπορεί οι εξελίξεις να έρχονται από το πουθενά. Ο Τσέχωφ έλεγε: «Αν υπάρχει ένα όπλο στον τοίχο, πρέπει κάποια στιγμή να πυροβολήσει». Δηλαδή, η ζωή έχει μια εσωτερική λογική, έστω κι αν φαίνεται άναρχη. Τα στοιχεία που φαίνονται άσχετα μεταξύ τους συνδέονται και συγκλίνουν σε ένα γεγονός. Ο συγγραφέας πρέπει να παρατηρεί κάθε στιγμή την πλοκή του και να προετοιμάζει τον αναγνώστη, όχι απότομα αλλά ομαλά για αυτό που θα συμβεί. 

Περιμέναμε πως μια γυναίκα θα είχε λιγότερη ελευθερία από τη Δάφνη εκείνη την εποχή. Οφείλεται αυτό στην κοινωνική της θέση ή στο κλίμα της Αλεξάνδρειας;


Υπάρχουν δύο στοιχεία. Πρώτον, όταν γράφεις το 2025, ακόμη και αν μιλάς για το 1920, οφείλεις οι ήρωές σου να έχουν ένα μοντέρνο στίγμα. Ορισμένα στοιχεία πρέπει να θυμίζουν το σήμερα. Δεύτερον, η Αλεξάνδρεια του βιβλίου μου είχε μια ελευθεριότητα, κάποιες φορές και μια νοσηρότητα. Σε κάθε εποχή, όμως, είναι φυσιολογικό δύο νέοι να ερωτεύονται, όπως η Δάφνη και ο Φιλίπ.

Γνωρίζετε από την αρχή της συγγραφής την πλοκή και το τέλος ή τα διαμορφώνετε στην πορεία;


Δεν με ενδιαφέρει ιδιαίτερα το τέλος. Δε διαβάζεις ένα βιβλίο μόνο για την αγωνία του τέλους. Το διαβάζεις για τη γλώσσα, την αφήγηση, τους χαρακτήρες. Το διαβάζεις γιατί έχει ενδιαφέρον. Άλλωστε, πιστεύω στα ανοιχτά μυθιστορήματα, όπου κάθε τέλος είναι και μια αρχή.

Ποιος είναι ο αγαπημένος σας χαρακτήρας στο Πάντα η Αλεξάνδρεια;


Η Δάφνη είναι πολύ αγαπημένη. Και ο Γιώργος Σιφναίος, γιατί βοήθησε αποφασιστικά την αφήγηση. Μου αρέσει και η οικογένεια Ζακό, λόγω της σχέσης τους με την τέχνη και τη ζωγραφική.

Θα χρησιμοποιούσατε ποτέ την τεχνητή νοημοσύνη για να γράψετε κάποιο έργο σας;


Όχι, και είμαι απόλυτος σε αυτό! Δεν μπορεί να με βοηθήσει. Θα μπορούσα να τη χρησιμοποιήσω μόνο ως εργαλείο έρευνας, αλλά όχι για τη γραφή. Η τεχνητή νοημοσύνη θυμίζει τους ghost writers, ayto;yw Η τέχνη όμως σε ξαφνιάζει. Ο καλλιτέχνης δημιουργεί ιδέες που δεν έχει σκεφτεί κανείς άλλος. Η τεχνητή νοημοσύνη δεν μπορεί να το κάνει αυτό. Είναι αφελές να πιστεύουμε ότι μπορεί να υποκαταστήσει την τέχνη.

Θα θέλαμε να ευχαριστήσουμε θερμά τον Δημήτρη Στεφανάκη για την παρουσία του στο σχολείο μας, για τον χρόνο, τον λόγο και τη γενναιοδωρία του. Η συζήτηση μαζί του μάς άνοιξε ορίζοντες και μας ενέπνευσε να δούμε τη λογοτεχνία όχι ως κάτι απόμακρο ή σχολικό, αλλά ως ζωντανή εμπειρία.

"Ψύχος" της Έλενα Ηλιοπούλου


Ψύχος 


Μέσα σε τοίχους πέτρινους
Και σε τσιμέντα κρύα,
Στο σκοτεινό καβούκι σου,
Σ' αυτή την πανοπλία,
Μάθε να ζεις χωρίς το φως,
Μάθε να είσαι μόνος.
Κοντοζυγώνει η χειμωνιά
Καραδοκεί ο πόνος.
Δες πως απλώνει η παγωνιά 
Στα γκρίζα μονοπάτια·
Τα όνειρα τσακίστηκαν,
Γίνανε πια κομμάτια.
Και αν ποτέ εισ' άτυχος 
Και βρεις χλωρό χορτάρι
Ή κάποιο νυχτολούλουδο 
Μ' αδύναμο κλωνάρι,
Ξερίζωσε το μονομιάς,
Τίποτα μην αφήσεις,
Αφού έτσι σου έμαθαν 
Προτού καν να μιλήσεις 


Ψύχος ένα ποιήμα γραμμένο από την Έλενα Ηλιοπούλου, μαθήτρια της Γ Λυκείου.  

Η Κορνηλία βάζει τα πράγματα στη θέση τους! της Χριστίνας Τοκούτση

Το παρακάτω κείμενο αποτελεί μια άσκηση δημιουργικής γραφής, εμπνευσμένη από το βιβλίο Πώς ο Ιγνάτιος Καραθοδωρής έχασε τα πάντα. 


Στόχος της άσκησης είναι να αποδοθούν τα γεγονότα από μια εναλλακτική οπτική γωνία, αυτή της Κορνηλίας, μιας δευτερεύουσας αλλά καθοριστικής φιγούρας στην ιστορία.
Μέσα από τη φωνή της Κορνηλίας επιχειρείται μια νέα ανάγνωση των γεγονότων — μια μαρτυρία που συνδυάζει προσωπικά συναισθήματα, ειρωνεία και πικρία, φωτίζοντας πλευρές που δεν ήταν εμφανείς στην αφήγηση του ίδιου του Ιγνάτιου. Πρόκειται για μια προσπάθεια να διερευνηθεί το πώς η υποκειμενικότητα και η προσωπική εμπειρία μπορούν να μεταμορφώσουν την ίδια την Ιστορία.

Η Κορνηλία βάζει τα πράγματα στη θέση τους!

Όχι. Δεν με κατηγορώ, ούτε με κατηγόρησα ποτέ — αν αυτή είναι η ερώτηση. Μπορεί στα μάτια σας να φαίνομαι ο χειρότερος άνθρωπος, η πιο απαίσια φίλη, μια κάκιστη συνάδελφος. Όμως κανείς δεν προβληματίστηκε, δεν αναρωτήθηκε γιατί πήρα την απόφαση να τον ξεμπροστιάσω. Βλέπετε, ο Ιγνάτιος κι εγώ ήμασταν φίλοι παιδικοί, φίλοι αχώριστοι — ήμασταν σαν ένας άνθρωπος! Τόσο πολύ έμοιαζαν τα ενδιαφέροντά μας. Αυτά που μας ένωναν ήταν τόσα πολλά… μέχρι που ο Ιγνάτιος άρχισε να φαντάζει στα μάτια μου σαν παράσιτο.
Θα νομίζετε πως άρχισα να εντοπίζω τα σημάδια παρακμής του Ιγνάτιου σταδιακά. Όμως η μέρα που κατάλαβα ότι ο παιδικός μου φίλος μεταμορφώνεται σε ένα φτηνό αντίγραφό μου, ότι αποτυχημένα προσπαθεί να αντιγράψει την ονειρική ζωή μου, ήταν όταν μου ανακοίνωσε πως θέλει να περάσει στη σχολή δημοσιογραφίας στην ΑΘΗΝΑ!!!!! Τι; Πώς; Ποιος; Ποιος, αυτό το βλήμα, θέλει να σπουδάσει δημοσιογραφία; Αυτός που δεν μπορεί να ξεχωρίσει το υποκείμενο από το κατηγορούμενο; Αν με ρωτάτε, εγώ πάντα πίστευα πως θα αναλάμβανε την επιχείρηση του «Γλυκούλη» — και να σας πω την αλήθεια, πολύ του ήταν… Δεν έφτανε που αυτός ο ατάλαντος τελικά μπήκε στη σχολή, δεν έφτανε που αποφοίτησε — δεν έμαθε και ΤΙΠΟΤΑ!!!!! Το παν, κατ’ εμέ, σε αυτόν τον μαγικό κόσμο της δημοσιογραφίας είναι η δημοσιογραφική δεοντολογία. Για να το εξηγήσω σε εσάς, τους κοινούς θνητούς, είναι κάτι σαν το «ιατρικό απόρρητο» — αλλά για λέξεις. Και όποιος τολμά να παραβεί αυτόν τον όρο, όχι μόνο ταπεινώνεται πλήρως στα μάτια μου, αλλά γίνεται και αυτόματα εχθρός μου. Αυτό ακριβώς έπραξε αυτό το κάθαρμα, και πήρα την απόφαση —σύμφωνα με τις αβάσιμες υπερβολές σας— «να του καταστρέψω τη ζωή».
Αφού ο Ιγνάτιος άρχισε να εργάζεται στο «Κουμάντο», να εισπράττει δόξα και να μας δείχνει πόσο «σούπερ-ντούπερ τέλειος» είναι στη δουλειά του, αποφάσισε να φωτογραφίσει τον υπουργό Παιδείας να φαίνεται να ασελγεί πάνω σε έναν νεαρό. Γεγονός που —να το ξεκαθαρίσουμε— δεν ισχύει σε καμία περίπτωση, μιας και ο Ζιρό δεν είναι παιδόφιλος· απλώς… έσκυψε. Ουσιαστικά, η φωτογραφία απεικόνιζε τη λάθος πράξη, τη λάθος στιγμή. Φάνηκε πως ο Ιγνάτιος εφάρμοσε το σκεπτικό «αξίζει να έχεις δύο λερωμένα χέρια για μια καλή φωτογραφία». Ήταν φυσικό και επόμενο ο ευαίσθητος Θέμης να αυτοκτονήσει. Και πάνω σε κάτι τέτοιο βασίζεται η ρήση: «καλύτερα να σου βγει το μάτι, παρά το όνομα». Δεν θα μπω σε λεπτομέρειες για το τι ακολούθησε, εφόσον η καθοδική πορεία του Ιγνάτιου ήταν —όπως πάντα— προβλέψιμη. Απολύθηκε, επέστρεψε στην παλιο-Κομοτηνή, όπως του άξιζε, και απογοήτευσε τους πάντες γύρω του. Μπορεί να πιστεύετε πως, με το να κάνω τον «ρουφιάνο» στο «Κουμάντο», πήρα την εκδίκησή μου. Όμως δεν είχα νιώσει ακόμη την απόλυτη ικανοποίηση. Ήθελα να τα πω όλα στον ίδιο, να τον κοιτάξω στα μάτια και να δω πώς του πέφτει το σαγόνι. Και αυτό ακριβώς έκανα. Μια μέρα που τον πέτυχα στην Κομοτηνή, του αποκάλυψα πως εγώ πήρα τηλέφωνο στο «Κουμάντο» και του εξήγησα και το γιατί. Δεν γίνεται να είναι όλα πλάκα. Δεν γίνεται να μου κλέβει τα όνειρα. Και κυρίως — δεν γίνεται να μην είχε καταλάβει τον λόγο που θύμωσα. Τώρα που το ξανασκέφτομαι, ίσως του έκανα και καλό… Ποτέ δεν διέθετε τα προσόντα ενός δημοσιογράφου, και το ήξερε. Έτσι κι αλλιώς, ήταν κοινό μυστικό πως κάποια μέρα θα αναλάμβανε τον «Γλυκούλη». Εγώ απλά… επέσπευσα τις διαδικασίες. Μπορεί να με χαρακτηρίσει κανείς «εγωίστρια» και «απαράδεκτη». Ωστόσο, θεωρώ πως μου ταιριάζει περισσότερο μία άλλη λέξη: ΑΔΙΚΗΜΕΝΗ. Αν το βιβλίο το έγραφα εγώ, θα καταλαβαίνατε πως εγώ είμαι το πραγματικό θύμα — και όχι αυτό το όρνεο. Γιατί τα δικά μου όνειρα κλάπηκαν. Όχι τα δικά του! 
  

Βιβλιοκριτική για το βιβλίο «Πάντα η Αλεξάνδρεια» του Δημήτρη Στεφανάκη

Των Σοφία Δημητρού, Έλενα Ηλιοπούλου, Χριστίνα Μοσχάκη, Κορίνα Παπάζογλου, Φρειδερίκη Πουπουζή.

Το μυθιστόρημα «Πάντα η Αλεξάνδρεια» του Δημήτρη Στεφανάκη είναι ένα από εκείνα τα βιβλία που σε ταξιδεύουν σε άλλες εποχές και τόπους, κάνοντάς σε να νιώθεις σχεδόν σαν να ζεις εκεί. Η ιστορία εκτυλίσσεται στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, από τις αρχές του 20ού
αιώνα μέχρι και τα μέσα του. Η πόλη αυτή δεν είναι απλά το σκηνικό, αλλά ένας ζωντανός οργανισμός, με τη δική της προσωπικότητα, τις μυρωδιές, τα χρώματα και τα πάθη της. Ο συγγραφέας μας παρουσιάζει την ιστορία μιας οικογένειας, αλλά και παράλληλα την ιστορία ενός ολόκληρου κόσμου που αλλάζει. Μέσα από τους ήρωες, Έλληνες, Αιγύπτιους, Ιταλούς, Γάλλους, βλέπουμε την πολυπολιτισμική ταυτότητα της Αλεξάνδρειας και την
πορεία της προς τον εκμοντερνισμό αλλά και την παρακμή. Οι χαρακτήρες είναι καλοδουλεμένοι και ζωντανοί, με προσωπικά διλήμματα και συναισθηματικό βάθος. Ο
Στεφανάκης δεν γράφει απλώς ιστορίες ανθρώπων, αλλά φτιάχνει έναν ολόκληρο κόσμο που εξελίσσεται οργανικά μέσα στην Ιστορία. Κεντρική μορφή του μυθιστορήματος είναι η Δάφνη Χάραμη, μια γυναίκα με ξεχωριστή
δυναμική και προσωπικότητα. Η Δάφνη δεν περιορίζεται στον ρόλο της κόρης μιας εύπορης ελληνικής οικογένειας. Η Δάφνη αναλαμβάνει πρωτοβουλίες, αμφισβητεί τα δεδομένα και τελικά διαμορφώνει η ίδια τη μοίρα της. Όταν το καθεστώς του Νάσερ εθνικοποιεί την περιουσία των Ελλήνων της Αιγύπτου, η Δάφνη τολμά να πάρει μια καθοριστική απόφαση: εγκαταλείπει την Αλεξάνδρεια, αλλά όχι χωρίς σχέδιο. Κρύβει μέρος της περιουσίας της, σε
μια πράξη που αποκαλύπτει τη διορατικότητα και την ψυχραιμία της, ακόμα και μπροστά στην καταστροφή. Η φυγή της δεν είναι απλή αποχώρηση από τον κίνδυνο, αλλά μια συνειδητή στάση ζωής. Όπως λέει η ίδια: «Τα βάλαμε με την Ιστορία και μας βγήκε σε καλό.» Μέσα σε αυτή τη φράση συνοψίζεται η βαθύτερη αλήθεια του χαρακτήρα της: ο άνθρωπος δεν πρέπει να μένει αμέτοχος στις εξελίξεις, αλλά να αντιστέκεται, να παίρνει θέση και να προχωρά με θάρρος, ακόμη κι όταν όλα γύρω του καταρρέουν. Ο Δημήτρης Στεφανάκης γράφει με έναν τρόπο που ισορροπεί ανάμεσα στην αφήγηση και
τη σκέψη. Το ύφος του είναι καλλιεργημένο αλλά όχι βαρύ, με ζωντανούς διαλόγους και εικόνες που αποτυπώνουν έντονα το κλίμα κάθε εποχής. Καταφέρνει να ενώνει την
προσωπική ιστορία με τη μεγάλη Ιστορία χωρίς να κουράζει, κρατώντας τον αναγνώστη κοντά στους ήρωές του. Χτίζει αργά και σταθερά έναν κόσμο που μοιάζει αληθινός, γεμάτος αντιφάσεις, συγκρούσεις και συναισθήματα. Δεν εντυπωσιάζει με εύκολες κορυφώσεις·
αντίθετα, συγκινεί με τον τρόπο που παρουσιάζει τον άνθρωπο μέσα στη ροή του χρόνου.
Το «Πάντα η Αλεξάνδρεια» είναι ένα μυθιστόρημα που δεν σε καθηλώνει με εντυπωσιακές ανατροπές, αλλά σε συγκινεί με την αλήθεια και την ποιότητά του. Είναι ένα βιβλίο που σε κάνει να δεις με άλλα μάτια την ιστορία του ελληνισμού της διασποράς, αλλά και να στοχαστείς πάνω στη σημασία της ταυτότητας, της πατρίδας και της αξιοπρέπειας σε δύσκολους καιρούς.
 

‘Μικρά πράγματα σαν κι αυτά’, βιβλιοκριτική της Κορίνας Παπάζογλου

         Η Claire Keegan, στο ‘Μικρά πράγματα σαν κι αυτά’, ξεδιπλώνει την ιστορία του Μπιλ Φέρλονγκ, ενός οικογενειάρχη άντρα που μεγάλωσε ...